Τα δύο μου εγώ

Κάπου εδώ ένα βήμα πριν το θάνατο εμπρός
είμαι αυτός που θα σου δείξει τη ζωή σου προφανώς
είμαι η διαλυμένη οικογένεια τα πάθη
το ξύλο απ’ τον πατέρα σου και όλα σου τα λάθη.

Όλα αυτά που σ’ έκαναν να κλάψεις πριν την ώρα σου
το χαμόγελο που σβήστηκε απ ‘ το στόμα σου
το μίσος, η ζήλια, ο φθόνος, πόνος μαζί τους το ψέμα
κι όλα αυτά μαζεμένα σε ένα.

Είμαι τα θαμμένα όνειρά σου στην άμμο
ο πρώτος σου χωρισμός η ραγισμένη καρδιά σου
η φωνή που δεν ύψωσες ποτέ απ’ το φόβο
απελπισμένα ψάχνοντας τη χαμένη μαγκιά σου.

Η πουστιά στα μάτια των φίλων και αδερφών
είμαι οι στιγμές που θα έπρεπε αλλά δεν δήλωσαν παρών
είμαι ο λόγος που είσαι μόνος σου εδώ
αυτό που τόσο σ’ έκανε να θες να πέσεις στο κενό.


Τα ρέστα μου

Οι μάρκες μοιράζονται ισάριθμα σε εμένα και το κορόιδο.

Δεν στηρίζομαι στην τύχη. Δεν είμαι παίχτης στρατηγικής. Η γκίνια είναι μια λέξη που την ακούω συχνά αλλά ποτέ μου δεν ήθελα να πιστέψω, πόσο χαζοί είναι οι άνθρωποι που την ξεστομίζουν. Δεν υπάρχει τύχη. Ούτε πεπρωμένο, μην με παρεξηγάτε. Δεν πιστεύω ότι όλα είναι γραμμένα. Αλλά ακόμα και αν είναι, είμαι ικανός να τα σβήσω και να τα ξαναγράψω. Η αδρεναλίνη μου ανεβαίνει στα ύψη όταν ξέρω ότι σε μια παρτίδα είμαι νικητής και το μόνο που σκέφτομαι είναι το πώς θα αποσπάσω περισσότερες μάρκες από τον τζογαδόρο που έχω απέναντί μου. Είναι σαν να πηδάς από αεροπλάνο στα 2.000 πόδια. Το πόκερ είναι η ζωή μου. Να το είπα. Και τώρα τι; Αφήστε το, ξέρω ήδη. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι έχω πρόβλημα, ότι είμαι εθισμένος. Όχι κύριοι. Όταν έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό, στη λογική και στο ένστικτό σου είσαι άρρωστος; Εγώ θα έλεγα ότι είσαι άνθρωπος.
    
   Ο dealer μοιράζει τα δύο φύλλα στον καθένα και τα blinds μπαίνουν αυτόματα.

Το όπλο είναι στραμμένο πάνω μου. Είναι κάτι που δεν περίμενα ποτέ μου. Πολλές φορές έχεις ακούσει ιστορίες που κάποιοι τρελαίνονται όταν χάνουν τα πάντα σε μια βραδιά. Αλλά είναι κάτι που δεν το έχεις δει να συμβαίνει ποτέ. Κι όμως σήμερα είναι η μέρα μου, μάλλον η νύχτα μου. Η ώρα είναι 3.30 ξημερώματα Κυριακής. Έχω κάνει μια πολύ καλή βραδιά έχοντας κερδίσει από ένα κορόιδο περίπου 5.000 ευρώ. Σηκώνομαι, εξαργυρώνω τις μάρκες μου και κατευθύνομαι για βρώμικο. Δεν περνάνε μερικά λεπτά και αισθάνομαι ένα δυνατό τράβηγμα. Ξεπερνώντας την τρομάρα μου αισθάνομαι κάποιον να με σπρώχνει από πίσω μου και να μου έχει κολλήσει στην πλάτη κάτι. Με κατευθύνει προς το αδιέξοδο που δεν μπορεί να μας δει ή να μας ακούσει κανένας, με πετάει κάτω, και τότε γυρνώντας βλέπω το κορόιδο να με σημαδεύει στο κεφάλι. Για μερικά δευτερόλεπτα κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και περιμένω να τελειώσουν όλα. Ο ιδρώτα στάζει κρύος στον λαιμό μου και καταλαβαίνω ότι δεν έχω πεθάνει. Ακόμα τουλάχιστον.

Κάνω διστακτικό call από το small blind και το κορόιδο κάνει check.
Η ματιά του είναι θυμωμένη και τρελαμένη θα έλεγε κανείς. «Τα έχεις χάσει τελείως;» του λέω. Συνεχίζει και με κοιτάζει χωρίς να αλλάξει τίποτα στο ύφος του προσώπου του. Το χέρι του τρέμει. Καλό σημάδι αυτό. Αν με ήθελε πραγματικά νεκρό θα ήμουν ήδη. Δεν τολμάω να σηκωθώ από τον δρόμο αλλά μέσα μου με σιγοτρώει το σενάριο του να σηκωθώ και να τον αφοπλίσω. Είμαι επιθετικός τύπος. Θα το καταλαβαίνατε καλύτερα αν παίζατε μια παρτίδα μαζί μου. Το επόμενο λεπτό μας βρήκε ακριβώς στην ίδια θέση και έτσι αποφασίζω να κάνω την κίνησή μου.

Το flop ανοίγει και αποφασίζω να κάνω ένα γρήγορο και δυναμικό raise.

Δίνω όσο το δυνατόν περισσότερη ώθηση έχω στα πόδια μου και του ορμάω με όλη μου την πυγμή. Με μια αστραπιαία κίνηση, λες και ήξερε από πριν το τι θα κάνω, κάνει στην άκρη και εγώ στην ουσία ξαναπέφτω στο έδαφος, απλά λίγα μέτρα πιο μπροστά. Τότε γυρνάει και με χτυπάει δυνατά στο κεφάλι με το πίσω μέρος του όπλου.

Κάνει auto call και δεν έχω άλλη επιλογή από το να περιμένω με αγωνία το turn.

Αίμα κυλάει στους κροτάφους μου και ακούω ένα πολύ δυνατό ήχο μέσα στα αυτιά μου. Τουλάχιστον δεν είμαι λιπόθυμος. Με ξανασέρνει στην αρχική μου θέση και πλέον συνειδητοποιώ ότι ίσως και να είναι αποφασισμένος για το κάτι παραπάνω. «Άμα ξανακάνεις κάνα τέτοιο αστείο στην άναψα» τον ακούω να μιλάει για πρώτη φορά. Κάθομαι κόντρα στον τοίχο και μένω σιωπηλός. Θέλω με αυτά ου έχει να μου πει να διαβάσω την κατάσταση. «Σήμερα έχασα τα πάντα» μου λέει. «Αυτά τα πέντε χιλιάδες ευρώ ήταν ότι μου είχε απομείνει. Ίσως δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ σήμερα. Ίσως να μην έπρεπε να είχα χαλάσει αλλά  πεντακόσια για αυτό το πιστόλι. Ίσως είμαι ένα σκουπίδι που σε σημαδεύω αυτή τη στιγμή. Ίσως να είμαι πολλά πράγματα. Αλλά όπως και να έχει, αυτά ήταν τα τελευταία μου χρήματα. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις». Παρατηρώ ένα τρέμουλο στη φωνή του και αμέσως καταλαβαίνω πολλά. Προφανώς δεν είναι ένας από τους “σκληρούς” τύπους. Αυτό δεν αποκλείει βέβαια το ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα όπλο με επιτυχία.

Το turn ανοίγει και βλέπω ότι έχω καλές πιθανότητες να κερδίσω αυτή την παρτίδα κι ας μην έχω κάποια επαφή. Κάνω check για να τον αφήσω να μιλήσει πρώτος, έτσι ώστε να πάρω κι άλλες πληροφορίες.

«Δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα» του λέω. «Άσχημα; Όχι – όχι. Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στα άσχημα. Ποιο άσχημα θα ήταν αν ήμουν χωρισμένος με ένα παιδί να θρέψω; Θα ήταν; Ή άμα με είχαν απολύσει από τη δουλειά μου και τώρα δεν με προσλάμβανε κανείς; Ούτε τώρα; Μήπως το αν οι καλύτεροί μου φίλοι με είχαν παρατήσει λόγο της απόφασής μου να στραφώ προς τον τζόγο; Λες να αρχίζει να γίνεται άσχημη η κατάσταση τώρα; Θες κι άλλα ή σε κάλυψα;»

Το κορόιδο απαντάει με ένα μεγάλο raise. Θέλει να μου δείξει ότι δεν έχει τίποτα να χάσει. Κλασσική περίπτωση μπλόφας. Δεν έχει παρατηρήσει όμως ότι ακόμα το χέρι του τρέμει.

Εκτός αυτού ακόμα δεν μου έχει ζητήσει τα χρήματά του. Είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένος που έχει ξεχάσει ακόμα και αυτό. Γρήγορα πιθανά σενάρια διαπερνάνε το μυαλό μου για την στιγμή που θα γίνει αυτό. Πρώτον, τα χρήματα τα κέρδισα με την αξία μου και με τις ικανότητές μου, όχι με τύχη και παράνομα κόλπα. Τα χρήματα πηγαίνουν στον πιο άξιο στο παιχνίδι. Αυτός είναι ο κανόνας. Δεύτερον, ξαναπροσπαθώ να τον ρίξω κάτω και να τον αφοπλίσω, πιο αποτελεσματικά αυτή τη φορά. Τρίτον, του δίνω τα χρήματα και φεύγω. Η ζωή μου είναι πολύ πολύτιμη για να χαθεί από ένα κορόιδο. Τα χρήματα τα ξαναβγάζω εύκολα, άλλωστε είμαι τόσο καλός σε αυτό το παιχνίδι. Βρίσκομαι σε μια περίεργη κατάσταση μην ξέροντας πιο είναι το πιο πλεονεκτικό σενάριο για μένα. Βάζω στοίχημα ότι το όπλο δεν έχει καν σφαίρες μέσα.

Κάνω call και είμαι έτοιμος και αποφασισμένος για το τελευταίο χαρτί.

Έχω συναντήσει πολλά κορόιδα στη ζωή μου. Παίχτες που δεν έχουν τίποτα να χάσουν και τζογάρουν συνεχώς, παίχτες που παίζουν έτσι απλά για να λένε ότι έπαιξαν με τους καλύτερους, παίχτες που νομίζουν ότι κατέχουν το παιχνίδι αλλά τελικά αφήνουν το τραπέζι με ένα παγωμένο χαμόγελο και ταπί, παίχτες που δεν αντέχουν την συγκίνηση και τα χάνουν όλα στην πρώτη παρτίδα, παίχτες που παίζουν για τα προς το ζην και παίζουν συντηρητικά, και άλλους πολλούς που πολύ απλά δοκίμασαν την τύχη τους. Όλοι έχουν το ίδιο χαρακτηριστικό. Χάνουν την παρτίδα. Το δικό μου κορόιδο ανήκει στην τελευταία κατηγορία. Είναι από του παίχτες που παίζουν αργά, παίζουν μόνο όταν έχουν “καλό χαρτί” και έχουν συνέχεια το μυαλό τους στο πόσες μάρκες έχουν μπροστά τους και όχι στο παιχνίδι. Εύκολος στόχος για παίχτες σαν και εμένα. Άμα έχουν καλό χέρι ποντάρουν λίγα για να φανεί ότι έχουν κακό. Άμα έχουν κακό χέρι ποντάρουν πολλά για να φανεί ότι έχουν καλό. Είναι τόσο απλό. Το διάβασμά μου έχει τελειώσει. Αν θέλω να κερδίσω η κίνηση είναι μία.

Λίγο πριν ανοίξει το river ξέρω ήδη ότι είμαι νικητής. Δεν του δίνω σημασία και είμαι έτοιμος για τον τελευταίο γύρο.

«Δώσε μου τα χρήματα και όλα θα τελειώσουν εδώ» φωνάζει το κορόιδο.

Μπλοφάρω παίζοντας τα ρέστα μου ξέροντας ότι το κορόιδο δεν έχει τίποτα.

Με ένα χαμόγελο και ένα σίγουρο βλέμμα σηκώνομαι απότομα και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη: «Αν ήθελες τα λεφτά σου, καλά θα έκανες να μην ερχόσουν σήμερα εδώ. Καλά θα έκανες να μην καθόσουν σε ένα τραπέζι με επαγγελματίες του είδους. Τώρα κάνε μεταβολή και στρίβε γιατί βαρέθηκα τα παιχνίδια σου. Και οι δύο ξέρουμε ότι δεν μπορείς να αφαιρέσεις την ζωή ενός ανθρώπου για λίγα ψωροευρώ. Κοίτα τον εαυτό σου. Τρέμεις ολόκληρος από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Δεν έχεις τα κότσια ούτε το θάρρος για κάτι τέτοιο. Για αυτό σου λέω για τελευταία φορά. Μάζεψε το παιχνιδάκι σου και στρίβε”.

Το κορόιδο κάνει call και αποκαλύπτει δύο άσσους. Να και κάτι που δεν περίμενα.

Δυνατή λάμψη και κρότος.



Αντίστροφη Μέτρηση

10, τα φώτα όλα πάνω του
στίχοι μαγικοί, το όνειρο στη κορυφή
όλοι οι άνθρωποι τώρα κρέμονται απ’ τα λόγια του
η ομορφότερη μέρα πάνω στη σκηνή.

9, πλέον καλλιτέχνης με φήμη
αγαπημένος απ’ όλους του είδους της σκηνής αυτής
έβγαλε τον τελευταίο δίσκο του ερήμην
χωρίς να ξέρει ότι είναι ο στερνός κανείς.

8, λίγο πριν το τέλος το ταξίδι
ανοίγει ένα μπουκάλι ουίσκι και ψάχνει πίνοντας
βρίσκει το στυλό του και να γράφει αρχίζει
ένα κομμάτι, δακρύζοντας, με τίτλο “Ήρωας”.

7, συνεχίζει ν’ αφυπνίζει μυαλά
πολλά απ’ αυτά τον ένιωσαν, τον κράτησαν στη μνήμη
χαρούμενος και ευγνώμων συχνά
για όλους εκείνους που στηρίζουν ή τον στήριξαν ήδη.

6, τα χρόνια πέρναγαν ζώντας το όνειρο
έβγαλε κι άλλες δουλειές με μεράκι και αγάπη
ήταν όλο λάμψη αλλά συγχρόνως επώδυνο
πειρασμούς πολλούς έκρυβε αυτό το μονοπάτι.

5, προσπαθεί να πάει πιο ψηλά
να τον ακούσουν όλο και περισσότερα άτομα
γιατί νιώθει πως έχει να πει πολλά
οι σκέψεις και τα λόγια από μέσα του άφθονα.

4, βρήκε τρόπο κι έβγαλε το πρώτο δίσκο
πρόχειρο μεν, αλλά με στίχους μέσα απ’ τη καρδιά
τύπωσε οχτώ αντίτυπα με έναν φίλο
και τα μοίρασε σε αγαπημένα πρόσωπα.

3 φαινόταν παράλογο για την ηλικία αυτή
άλλη νοοτροπία και μουσική παιδεία
έψαχνε τρόπο να κάνει μια καλή αρχή
ήθελε βλέπεις να γραφτεί στην ιστορία.

2, οι σκέψεις ‘γιναν στίχοι δομημένοι
είδε πως μπορούσε να φτιάξει κάτι πιο όμορφο
μ’ ένα μικρόφωνο της πλάκας ηχογραφημένοι
το πρώτο άκουσμα της φωνής του στο κασετόφωνο.

1, το κεφάλι του πάει να σπάσει
τριγυρνάνε οι σκέψεις και δεν μπορεί να κοιμηθεί
σηκώθηκε, τις έγραψε μυαλό για ν’ αδειάσει
έτσι τον πήρε ο ύπνος πριν αντικρίσει αυγή.

0


Μια αντίστροφη μέτρηση η ζωή μας.

Φώτα

Όταν ξεκινάς απ’ το μηδέν βλέπεις σκοτάδι
αυτό που λίγοι το ‘χουν δει και λίγοι καταλάβει
τα φώτα σαν πέσουν πάνω σου, δεν χάνεις κρίση
και δε μασάς κουτόχορτο που άλλοι έχουν αφήσει.

Πολιορκημένος από καταπέλτες που εκσφενδονίζουνε
ψέματα σαν να ήτανε πέτρες, στους δέκτες,
δεν ψάχνω να βρω του φταίχτες μα ν’ αφυπνίσω του ψεύτες
που είναι οι συνειδήσεις, που είναι ρε για βρες τες.

Τα φώτα της εξουσίας σε δελεάζουν
ο εθισμός είναι πολύς, το ξέρουν, γι’ αυτό τον μοιράζουν
απλόχερα σε όλους τους εύκολα χειραγωγημένους
μην τους ψάξεις, τους έχουν όλους πιασμένους.

Η θέση, μια θέση πιο πάνω από κάποιον άλλον
θα σε κάνει να νιώσεις κι εσύ αφεντικό μεγάλο
ο μόνος σου στόχος που έχεις βάλει εν ζωή
να γίνουν όλοι κακοί, όχι καλύτερος εσύ.

Βλέπω μια δήθεν μεγάλη ζωή να φιγουράρει
στο χαζοκούτι που υπνωτίζει με καμάρι
τους νάνους δείχνει γίγαντες, τους γίγαντες ρουφιάνους
όλα καλά τα φώτα κάνουν τη δουλειά τους.

Δυνατοί οι προβολείς με είδωλα φτιαγμένοι
που τα υιοθετείς χαρακτηριστικά, τι άλλο σου μένει?
Ένα ανδρείκελο κατάντησες να είσαι
ξέχασες ποιος είσαι, τώρα μόνο προσποιείσαι. 

Έψαξα την αγάπη

Έψαξα την αγάπη στις πιο βρώμικες γωνιές
σε παγωνιές μα και στις όμορφες τις στιγμές
σκαρφάλωσα βουνά κολύμπησα πολλά νερά
μα ούτε ένα ίχνος απ’ αυτή πουθενά.

Με έπιασα να σκέφτομαι τι είναι αληθινό
μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι χωρίς να έχω γυρισμό
βυθισμένος μέσα στην άβυσσο του μυαλού
τα μάτια κλεισμένα μα το βλέμμα μου αλλού.

Όμως δεν το ‘βαλα κάτω σηκώθηκα στο λεπτό
κι αντί για αγάπη είπα να προσπαθήσω αγγέλους να βρω
μα σ’ αυτή τι διαδρομή μόνο αυταπάτες αντίκρισα
δε μίλησα κι ας πόνεσα ούτε πίσω δε γύρισα.

Βαρέθηκα το μίσος σας βαρέθηκα το ψέμα
βαρέθηκα κανείς να μην μπορεί χωρίς κανέναν
σιχάθηκα τη ζήλια σας μα άλλο είναι το θέμα
πως μες στον παραλογισμό μου μίσησα κι εμένα.

Εμένα σαν κοιτάς

Πως αρχίζει μία σχέση πως τελειώνει δεν παίρνεις χαμπάρι
σαν άνεμος σαν σκόνη πάνω στο φεγγάρι
όλα χάνονται σου λέω τα συναισθήματα κι οι λέξεις
αλλά όσο αντέχεις δεν παύεις να ‘χεις βλέψεις.

Μα όταν έρχεται το ψέμα και η ζήλια από πάνω σου
σαν κοράκια που τρέφονται με τη σάρκα σου
πόσο να τ’ ανεχτείς, πόσο να μη μιλάς
πόσο να κάνεις το χαζό, πόσο πες μου να μη γελάς.

Είναι ανορθόδοξα χαζό και τραγικό συνάμα
να ‘χεις κάποιον δίπλα σου με ψεύτικο κράμα
με ψεύτικη ζωή εικονικά λόγια και πράξεις
και πάνω από όλα άφθονες με φθόνο υπάρξεις.

Όσο και να παλεύεις να με αντιγράψεις
ξέρεις ότι ποτέ σου τον Γιάννη δεν θα φτάσεις
γιατί είμαι κάπου εκεί ψηλά και συ εκεί στο πάτο
μην το ψάχνεις φίλε δεν πάει παρακάτω.


Ακόμα οχυρωμένοι

Τη ζωή πουτάνα την ανεβάζεις τη κατεβάζεις
και στα δύσκολα τα παρατάς σου φτάνει να χλευάζεις
αξίες και ηθική κανένας δεν σου μίλησε γι ‘αυτά
σειρά μου να σου πω κράτα σφιγμένη τη γροθιά.

Διώξε μακριά αρπακτικά και φίδια μύρια
και μάθε ότι δεν υπάρχει μοίρα μόνο ηλιαχτίδα
που φωτίζει όταν τη ψάχνεις μόνος και το παλεύεις
μην κοιτάς αλλού μόνο τον εαυτό σου να παιδεύεις.

Τσέκαρε ευθεία τον ίσκιο απ’ το βουνό
την αφασία των ανθρώπων ειρωνεία χλευασμό
η έννοια φιλία φθόνος με τον καιρό
επιλογή μου εμένα να κοιτάζω μόνο ουρανό.

Συντρίμμια γύρω μου σαν πόλεμος το σκηνικό
τη νέα χούντα πλέον στην επιβάλουν στο μυαλό
κ’ εσείς εκπαιδευμένοι να τη δέχεστε απλόχερα
μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο για καλωσόρισμα.

Εγώ οχυρώνομαι εκεί που δρόμος ονομάζεται
και το μυαλό μου έχει βαλθεί με ρίμες να εκφράζεται
δε βιάζεται να κρίνει και πάντα προσπαθεί
απ’ τη βρωμιά αυτού του κόσμου ανόθευτο να βγει.

Είμαι ταγμένος στη φωτιά κι ότι γουστάρω το χρεώνω
για μένα χωρίς καμία μα καμία αμφιβολία
έχω μάθει να σωπαίνω μα ποτέ να το βουλώνω
κι ο λόγος μου ατσάλι μ’ ανεκτίμητη αξία.

Ο σκοπός μου

Είμαι δω, ξεκινώ, με πάθος στο ρυθμό
με δυνατή φωνή, ακονισμένο το μυαλό
μεγαλωμένος σε μια χώρα που γεννάει μόνο το μίσος
αντέχοντας τη μάχη ακόμα πολεμώ.

Διώχνω τα τέρατα, απέραντα
μέχρι του κόσμου τα πέρατα
μ’ όπλο το στίχο κι ασπίδα τη σκέψη
αλήθειες προβάλω, στο διάολο τα ψέματα.

Σκοπός να πλασάρουν των πραγμάτων νέα τάξη
μα ξέρεις κάτι, μ’ αυτό δεν είμαι εντάξει
τα λόγια τους δεν κάναν πράξη
τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Γι’ αυτό τραγουδάω συνεχώς, δυνατός
προφανώς προκλητικός, κυνικός συνδυασμός
μα πως – μα πως θα βρούμε το φως
στο σκοτάδι πανικός και πάντα ορατός.

Πειρασμοί είναι πεταμένοι, παντού τοποθετημένοι
σε περίοπτη θέση για να διαλέξεις
με ποιο τρόπο θες να πέσεις
και την κρίση σου να παραπέμψεις.

Ψεύτικα λόγια, στα χρόνια μόνο λέξεις
από εδώ κι από κει σκορπισμένες υποσχέσεις
κάναν τον κόσμο σαν τα μούτρα τους χάλια
τόσο χάλια που δεν μπορείς καν να τον αντέξεις.

Κάπου εδώ μ’ ένα όνειρο στον ώμο
το βλέμμα σηκώνω, με ρίγος κλειδώνω, ουρανό, φωτιά, αγάπη και πόνο
φθόνο αποκληρώνω κι όταν είμαι στο δρόμο
κατάφερα να κάνω προαιρετικά τ’ ακουστικά
γιατί έχω το
beat μες στο μυαλό και τους στίχους στη καρδιά.

Άδειες μέρες

1η γέφυρα:

Οι άδειες μέρες είναι εδώ,
τι να κάνω πες μου για να τις βγάλω απ’ το μυαλό.

1η στροφή:

Άδειες μέρες βιώνω ξαφνικά
ανούσια περνάνε πλέον τα λεπτά
ρόλο και νόημα δε βρίσκω πια, σ’ όλα αυτά
που με κάνανε πάντα να ‘μαι χαρούμενος απλά.
Τι μου συμβαίνει? Πάλι κοιτώ στο πουθενά
η αίσθηση του χρόνου πιο αργή κι απ’ το αργά
δε θέλω τίποτα να κάνω, παρά μόνο σιωπηλά
να κάτσω μόνος μου στεκούμενος ανούσια ξανά.


2η γέφυρα:

Είναι μαζί μου τόσο καιρό,
έχουν βαλθεί να κάνουνε το μεγαλύτερο κακό.

2η στροφή:

Όμως τα λεπτά γίνανε ώρες και οι ώρες μέρες
δε νιώθω τίποτα πια, δε με σκιάζουν οι φοβέρες
μόνο ασχήμια βλέπω, σε νύχτες τυχαίες
και οι προσπάθειες ν’ ανοίξω μάτια όλες μοιραίες.
Έχω παλουκωθεί σε καρέκλες ωραίες
έχω χαθεί απ ‘όλες τις καλές μου παρέες
κάποιος να βρει τι λαμπρές, παλιές, δικές μου ιδέες
ν’ απλώσω πάλι το χαρτί και να γεμίσω τις πένες.


3η γέφυρα:

Όμως οι σκέψεις βρίσκονται μακριά,
ούτε καν να γράψω θέλω τώρα πια.

3η στροφή:

Σε μια συνεχής αδράνεια το κεφάλι
φοβάμαι πως οι άδειες μέρες μου θα γίνουν κραιπάλη
όμως εκεί που το σκέφτομαι, αλλάζω κανάλι
και πίνω μια γουλιά απ’ το καφέ μου μεγάλη.
Τόσα πολλά να κάνω μα, τίποτα δεν πιάνω πάλι
σαν να με κρατάει κάτι, κάτω στο σκοτάδι
σαν κάποιος να έσφιξε το πώμα απ’ τη φιάλη
σαν να θέλω να γράψω δίχως να ‘χω μελάνι.


4η γέφυρα:

Σαν έφτασα στο τέλος είδα γκρεμό
και κάποιον, κάπου εκεί στον πάτο να φωνάζει έλα εδώ.

4η στροφή:


Όμως όταν είσαι σε κινούμενη άμμο
πρέπει να κάνεις προσπάθεια για ν’ ανέβεις πιο πάνω
όταν είσαι στο μηδέν φίλε, δε πάει πιο κάτω
και τώρα που ανεβαίνω σαν ν’ ακούω λίγο από το πιάνο.
Ναι είναι το
beat, ταμπούρο – μπότα τα πιάνω
ξαναβρίσκω τη χαρά μου όσο χώνω παραπάνω
όμως μια φωνή ακούω και σταματάω
“πόσες μέρες πες μου, ακόμα χρωστάω”.

Μαριονέτες

Κινούμαστε στη πόλη, σαν μαριονέτες όλοι
όταν βλέπουμε φως νομίζουμε πως είν’ θεός
απέναντί μας το ψέμα μ’ ανοίγουμε πορτοφόλι
και ταΐζουμε τη δόλια τη ψυχή μας μα πως?

Δεν νιώθει κανείς τα δεσμά που μας κρατάνε
γύρω από τα χέρια και όλο μας το σώμα
όταν θέλουν τα κινούν, τα μούτρα τους χειροκροτάνε
βάζοντας σε μας φίμωτρο για μόστρα στο στόμα.

Μια ζωή πίσω απ’ τα παρασκήνια κοιτάμε
τις σκηνές της ζωής μας με άλλον σκηνοθέτη
ταξιδεύοντας στην αυταπάτη του χρόνου περνάνε
και χάνονται μέσα στης χάσης το καθρέφτη.

Ρε για κοίτα κάτι μούτρα καθώς πρέπει
που μας θέλουν ασυνειδήτους, αμόρφωτους, ντροπή
εκμεταλλεύονται το σκάρτο το μυαλό σας που φεύγει
μακριά απ’ την αλήθεια με ήχο τη σιωπή.

Εγώ αρνούμαι τα όπλα να καταθέσω
που στη περίπτωση μου είναι μια πένα και χαρτί
το δικό μου το σενάριο σ’ αυτούς θα παραθέσω
ξεκινώντας μ’ αυτό το
couple για αρχή.

Ογδόντα μπάρες αναζήτησης

Νύχτες κρύες σαν κι αυτή ψάχνω να βρω τον εαυτό μου
ποιος είμαι, που πάω, τι κάνω, είναι για το καλό μου;
Οι πράξεις, τα λόγια που λέω, αυτά που τραγουδάω
ίσως έχω ξεχάσει εαυτέ αυτό που αναζητάω.

Πολλές φορές μ’ έχω πιάσει να χάνω
της ζωής μου το πλάνο, σαν να μην ξέρω τι κάνω
υπερβάλω? Κοίτα με στα μάτια κι όχι πιο πάνω
είμαι εδώ μπροστά σας τώρα και το νόημα πιάνω.

Μήπως φταίει που δεν έβαλα μια τάξη
στης ζωής μου το αμάξι πάταγα μόνο το γκάζι
όπου με βγάλει σου λέω, δεν με νοιάζει, όπου αράξει
τόσα όνειρα μαζί, κάποιος να τα στοιβάξει να βρεθεί.

Μα δε βρέθηκε κανείς και έτσι ξύπνησα
πόνο αντίκρισα, ανθρώπους μίσησα
εξαθλίωση στο τέρμα που μαζί της δεν κύλισα
μα ότι και αν έβλεπα τη πλάτη μου δεν γύριζα.

Ίσως κάτι να αρχίζω να βρίσκω τώρα
του εαυτού μου κομμάτια πιάνω σαν στάλες από μπόρα
στις πέντε ο δείκτης μα δεν με νοιάζει η ώρα
δε φεύγω αν δε τελειώσω τώρα πια που πήρα φόρα.

Σαν ένας κακός εφιάλτης να ξετυλίγεται
μπροστά στα μάτια μου και να προσφέρει μόνο τρόμο
μόνος πως βρέθηκα εδώ δεν ξέρω και το λόγο
μα ένα άπλετο σκοτάδι μπρος στα μάτια μου ανοίγεται.

Καλά κατάλαβα, όλα αντίθετα από ρόδινα
κι όλα τα καλά του κόσμου καταλήγουν επώδυνα
για σ’ ένα, μέσα στο κεφάλι σου τι τρέχει μπέσα πες μου
τίποτα καλό δε βρίσκεις σ’ όλο το κόσμο, αλήθεια πες μου;

Αναδιατυπώνω, είδα και καλά
μα είναι μόνο τρία, μουσική, φιλία, οικογένεια
πλέον είναι δύσκολο να τα κρατήσεις και αυτά
αν χαθούν, θα χαθώ, στο λέω στεγνά.

Σαν να κατάλαβα ποιος είμαι, που πάω, τι κάνω
τι καπνό φουμάρω, ποιανής μάτια κοιτάω,
γιατί το κάνω αφού ξέρω πως χάνω
κι όμως βρήκα κι άλλους πολλούς και έχω βαλθεί να τους βοηθάω.

Όμως έδωσα στοργή, μπόλικη ψυχή και σώμα
για ανθρώπους που αγάπησα έπεσα και στο χώμα
στους ώμους μου πήρα ευθύνες που δεν ήτανε για μένα
και πίσω δε γύρισε ευχαριστώ κανένα.

Γι’ αυτούς ανέχτηκα τη ζήλια και το ψέμα
όλα σ’ ένα τετράδιο τα έβαλα και τα πέταξα
τον μαλάκα έκανα για το καλό των άλλων
και το νόημα αυτού ρε, ποτέ μου δεν έψαξα.

Τα δικά μου τα θέλω κάτω απ’ όλα
κι εγώ ήμουν η ομπρέλα όταν έπιανε η μπόρα
ο εαυτός μου πάντα δεύτερος στο τέρμα
λάθος? σωστό? αυτό είναι το θέμα.

Όμως μια μέρα σαν κι αυτή, που ‘χω τρελαθεί
θέλω να τα σπάσω όλα, να μη μείνει ούτε καρφί
όρθιο να μην υπάρχει τίποτα τριγύρω
και με μαύρο σπρέι να βάψω όλα τα χρώματα στον τοίχο.

Να σταματήσω να τρέχω πίσω απ’ τους άλλους
ν’ αδιαφορήσω για όλους αυτούς που έχουν κάλους
την πάρτη μου να κοιτάζω μόνο, να διώξω τον πόνο
να μη με νοιάζει τίποτα που θέλει κόπο, χρόνο.

Να προδώσω όλο μου το είναι
πιστεύω, ιδεολογίες ένα μάτσο αηδίες
μπόλικα φράγκα να βγάλω, να κάψω όλο το πλάνο
τέρμα ο καλός Γιαννάκης, ο
Tsopa ήρθε.

Ετοιμαστείτε για καταστροφή μεγάλη
δε κρατιέμαι άλλο φώναξα τον διάολο να σας πάρει
όλους ρε, δίχως εξαιρέσεις
κακέ μου εαυτέ αρχίζεις και μ’ αρέσεις.

Όπα – όπα το ‘χασα δεν είμαι εγώ αυτός
για δεκάξι μπάρες έγραφε ένα άλλος τρελός
είναι μέσα μου κοχλάζει και το αίμα μου βράζει
και η σκέψη πως θα ξαναβγεί έξω ρε με τρομάζει.

Η ματιά μου θολώνει , το φως το χάνω από μπροστά μου
μια φορά σαν εμφανίστηκε βάφτηκε η καρδιά μου
μαύρη, γιατί ξέγραψε έναν άνθρωπο στεγνά
γι ‘αυτό σκέψου το καλά πριν μου παίξεις πουστιά.

Υπάρχουν άνθρωποι σωστοί που πιστεύω πως αξίζουν
και γι’ αυτούς χαλί θα γίνω ν’ ανέβουν αν με πατήσουν
η ψυχή μου αγαθή μα δεν σηκώνει μαλακίες
και στον δρόμο αν μ’ αντικρίσεις μην κάνεις πως δεν με είδες.

Τέλος, σ’ ευχαριστώ που μ’ έβαλες και μ’ άκουσες
βρήκα στα αλήθεια πόσο μπορώ να αγαπήσω
και ένα ακόμα πιο μεγάλο που δε το έκλεισες δε βιάστηκες
και μάθαμε κι οι δυο πως μπορώ και να μισήσω.

Με όπλο το στίχο

Απροσάρμοστο εγκεφαλικά με φωνάζουνε όλοι
κι ας μην έχω δίπλα στο κρόταφο ένα πιστόλι
ψυχικά ανισόρροπο κι ας έχω και φιλότιμο
ταιριάζοντας "ποτέ" σε καλούπια "τι πρωτότυπο".

Οι φίλοι που στηρίζομαι είναι πραγματικοί
κι είναι δύο – τρεις, όχι διακόσιοι εικονικοί
δεν το παίζω ψευτο επαναστάτης αλλά είμαι εκεί
με τη μουσική για όπλο όταν χρειαστεί.

Με όπλο το στίχο σε πυροβολάω 
κοιτάζοντας ίσια στα ίσια βαράω
τη μάχη που δίνω δεν την παρατάω 

ακόμα κι αν χάσω για μένα νικάω
ίσως με βλέπεις γελάς μα εγώ πολεμάω 

χαρτί και στυλό ακόμα κρατάω
εμπόδια μια ζωή εγώ προσπερνάω 

και έχω μάθει τα λόγια ποτέ μη μασάω.

Έχω μάθει να διαφοροποιούμε
όχι σαν την υπόλοιπη μάζα, πιόνι να κινούμαι
με μυαλά ασήμαντων έχω πάψει ν’ ασχολούμαι
και δεν με ενδιαφέρει πλέον οι άλλοι τι θα πούνε.

Βαρέθηκα

1η στροφή:

Γαμώ τη καλοσύνη μου, βαρέθηκα το είναι μου
βαρέθηκα τα πάντα γύρω μου κι ας είναι μείον μου
βαρέθηκα μάγουλο να γυρνάω από την άλλη
βαρέθηκα να σκέφτομαι με πίεση μεγάλη.

Βαρέθηκα πουτάνες που το παίζουνε νταβάδες
χιλιάδες αράδες, να τες, άρες μάρες κουκουνάρες
βαρέθηκα να αντικρίζω ψεύτικους τρόπους
μα πιο πολύ βαρέθηκα να κλαίω για λάθος ανθρώπους.

Βαρέθηκα της μετρητής να παίρνω ρε τα πάντα
και όλοι να μου λένε πως σφιχτά δένω τη γραβάτα
βαρέθηκα το γαμημένο μου μυαλό να κάνει κύκλους
βαρέθηκα να είμαι απ’ αυτούς τους τύπους.

Βαρέθηκα τα ψεύτικα χαμόγελα, βαρέθηκα
βαρέθηκα σχολή που τίποτα προσφέρει απλόχερα
βαρέθηκα ν’ ακούω φάλτσες φωνές να τραγουδάνε
μα πιο πολύ βαρέθηκα να βλέπω πως μπροστά πάνε.

Βαρέθηκα τον θόρυβο της πόλης μες στα αυτιά μου
βαρέθηκα το ξενύχτι μου να είναι άδειο
βαρέθηκα συνέχεια απ’ το μηδέν να ξεκινάω
και πάντα να μένω κει χωρίς να ξέρω που πατάω.


2η στροφή:

Βαρέθηκα ν’ αρχίσω να γράφω το δεύτερο couple
μα κάτι μέσα μου με πίεζε να μη σταματήσω ποτέ
βαρέθηκα μουτζούρες και χαρτιά πεταμένα
μια πένα μ’ όλα τα μελάνια τελειωμένα.

Βαρέθηκα τον καύσωνα, τη ζέστη και τον ήλιο
ας πάνε κάπου αλλού, εγώ θέλω μόνο το κρύο
βαρέθηκα οι άντρες να μειώνονται κάθε στιγμή
και πιο πολύ αυτούς που το παίζουν αληθινοί.

Βαρέθηκα να κοιτάω γύρω και πάντα
να βλέπω μόνο άγνωστες φάτσες, άγνωστα μάτια
βαρέθηκα μουντάδα, πολυκατοικίες κάργα
με αλάργα τους ανθρώπους όταν βλέπουν την αντάρα.

Βαρέθηκα συνέχεια ο κόσμος να γυρνάει
και βαρέθηκα που πάντα μένω στάσιμος, χαλάλι
βαρέθηκα να βλέπω ανελλιπώς το μέλλον μου θολό
βαρέθηκα μαύρο και γκρίζο τον ουρανό.

Βαρέθηκα τη πείνα μου, βαρέθηκα τη γκίνια μου
βαρέθηκα τη γκρίνια μου και λίγο την αλήθεια μου
βαρέθηκα το όχι να λέω πως το απέφυγα
βαρέθηκα να γράφω συνεχώς ότι βαρέθηκα.

Η μοναξιά ενός τρελού

Όταν νιώθω μόνος και τ’ αστέρια κόβουν βόλτες
εικόνες στα μάτια, καλοκαίρια και χειμώνες
άδεια μπουκάλια, στο πάτωμα ξαπλωμένα
με αναμνήσεις φορτωμένα, σε σκέψεις παραδομένα.

Οι καπνοί στο δωμάτιο να χορεύουν με τα λιγοστά φώτα
σαν θύμισες να φωνάζουν όπως πρώτα
ένα τετράστιχο στον τοίχο να χαρίζει ζωή
και σκέψου δικέ μου αυτή είναι μόνο η αρχή.

Η μοναξιά του καλλιτέχνη η στην περίπτωσή μου ενός τρελού
για σας πικρή, για μένα ράβδοι χρυσού
βλέπεις μέσα μου έχω τα πάντα μα γύρω τίποτα
χαμένη ματιά στη θάλασσα με κρίματα ανείπωτα.

Προσπάθεια να σώσω τους πάντες μα όχι εμένα
περιπλανώμενη ψυχή σαν να τα ‘χω χαμένα
μυαλό που φεύγει, ξεφεύγει, που ανατρέπει, διαπρέπει
ποτέ του δεν προτρέχει, με σκοπό του πάντα να προσέχει.

Τους δήθεν, τους ψεύτικους, τους κομπλεξικούς
τους γεννημένους δίχως όνειρα, μ’ ακούς ρε, αυτούς
με πιάνεις? Όλη η ζωή μου μία νότα
μια χαρούμενη, μια όχι, μα πάντα μία ντόπα.

Μπρος στα μάτια τους

1η στροφή:

Σηκώνοντας κεφάλι, θα δεις το χάλι
ένα μάτσο ρουφιάνοι που πάντα ρίχνουν το ζάρι
πετυχαίνουν ασσόδυο στη δικιά του τη πόρτα
και συ το παίζεις τυφλός που όμως κλείνει και τα φώτα.

Προβλήματα σωρό, ένα χάος ζωντανό
ικανό να προσφέρει τέλος τραγωδία στο κοινό
όλοι μας μέσα σ’ αυτό, όμως με άλλο σκοπό
άλλοι κοιτάνε το τώρα μα άλλοι ούτε κι αυτό.

Αδιανόητη αλήθεια να ζεις μες στα παραμύθια
όταν μπροστά σου έχεις πείνα, κάθε είδους κομπίνα
αδιαφορία εξαπάτηση, χωρίς απάντηση
να μην υπάρχει πια μα δικαιοσύνη άμεση.

Το θέμα δεν είσαι εσύ μα όλοι μας μαζί
ένας – ένας ξεχωριστά να δείξουμε πυγμή
να σηκώσουμε γροθιές πριν μας κάνουν κομμάτια
να φανούμε δυνατοί μπρος στα δικά τους τα μάτια.


2η στροφή:

Ανοίγοντας τα μάτια βρέθηκα σε λάθος σκηνικό
είδα το μίσος με το ψέμα να παίζουνε κρυφτό
τον ουρανό πάντα με μια μουντάδα να σιγοσβήνει
να μην αφήνει τη χαρά μου να ξεφύγει.

Να βλέπω ανθρώπους πάντα βιαστικούς και αγχωμένους
τρέχοντας προς το θάνατό τους, λυπημένους
άλλοι στριμωγμένοι σαν σαρδέλες στα λεωφορεία
μετά από σαράντα αναμονής, αυτή είναι η ουσία.

Δήθεν χαμόγελα στη βαρετή δουλειά σου
γλείψιμο στ’ αφεντικό να βρεις και την υγειά σου
όλοι μέρα χάπια για να φύγουν τα νεύρα
μα είσαι ακόμα κολλημένος εδώ στην ίδια καρέκλα.

Αυτός είναι ο στόχος των λίγων για τη δική σου μοίρα
να χάσεις την ανθρωπιά σου, να μην μείνει μία
γι’ αυτό αδερφέ μου ξύπνα, κάντο σύστημα ξεφτίλα
ζήσε όπως θες εσύ και ζήστο με μανία.

Συναισθήματα

1η στροφή:

Πόνος, όταν ανέχεσαι τις πουστιές
και τις αφήνεις μέσα σου να μαζευτούν πολλές
εκείνες οι στιγμές, που δε κάνεις τίποτα γι’ αυτές
κι οι άλλες φορές, που κάθεσαι μόνος σου και κλαις.

Όταν δυο κλεφτές ματιές στο δρόμο συναντιούνται
και κάνουν πως δεν βλέπουνε και ούτε πως θυμούνται
τότε είναι που θέλεις να σε καταπιεί ο κόσμος όλος
σηκώνοντας το βλέμμα, ατελείωτος ο δρόμος.

Όταν τη μισή σου τη καρδιά έδωσες δώρο
σε κάποιον – κάποια που έφυγε μη ξέροντας το λόγο
μένοντας μισός κι εσύ γιατί τη πήρε μαζί
αναγκασμένος να ξεκινήσεις ζωή απ’ την αρχή.

Πόνος όταν μένεις μόνος και στη μάχη με τους
δικούς σου ανθρώπους βγαίνει πάντα νικητής ο χρόνος
πόνος ο λόγος που ψάχνεις το γιατί
μα τι να κάνεις δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ τη στιγμή.


2η στροφή:

Χαρά, όταν είσαι κλεισμένος σε μια αγκαλιά
και νιώθεις όλα τα προβλήματα να κάνουνε φτερά
εκεί που ο αέρας πήρε τα δάκρυα μακριά
τότε συνειδητοποιώντας ότι πια δεν είναι αργά.

Όταν όλες οι προσπάθειές σου βγαίνουν σε καλό
μπορώντας εύκολα να ξεχωρίσεις λάθος ή σωστό
ένα βλέμμα ικανοποίησης από τον κολλητό
μόνο ένα βλέμμα, ναι, είναι αρκετό.

Όταν ξέρεις ότι κάποιος, πάντα είναι εκεί για σένα
στα εύκολα, στα δύσκολα, σ’ όλα τ’ απωθημένα
όταν ανοίγεις το στόμα και με χαρά λες καλημέρα
μη θέλοντας με τίποτα ν’ αλλάξεις το θέμα.

Χαρά να μεγαλώνεις χωρίς να φοβάσαι
να αγαπάς, να αγαπιέσαι, να ξυπνάς, να κοιμάσαι
όταν βλέπεις έναν δρόμο, στην αρχή του να ‘σαι
κι όταν φτάνεις στο τέλος να μη ξεχνάς μα να θυμάσαι.

Μάθε

Μάθε να ‘χεις λόγο, μάθε να υποστηρίζεις
πριν μιλήσεις, την αξία του να δεις άμα αξίζεις
γιατί αν όχι, χάνεις σεβασμό και ανθρώπους γύρω σου
η εμπιστοσύνη πέφτει στο μηδέν κι αυτό είναι μείον σου.

Όλοι άνοιξαν στόμα, όλοι λένε λόγια μπόλικα
άλλοι καθαρά και άλλοι μόνο βρώμικα
κανείς δε σκέφτεται πριν βγάλει γλώσσα και μιλήσει
η ανωριμότητα στο φουλ, σε όλους τριγυρίζει.

Μάθε ότι πρέπει να ξέρεις να παίζεις μ’ όλες τις λέξεις
και να κάνεις πράξη όσες επιλέξεις
μεγάλες κουβέντες μην ξεστομίζεις απλόχερα
γιατί αν δεν τις κάνεις πράξη θα σε φάνε όλες ανώφελα.

Ανδρείκελο ποτέ μην καταντήσεις να είσαι
να λες αυτά που πιστεύεις κι όχι να προσποίησε
το λέγειν σου να ξέρεις πάντα εστί σημαντικό
προνόμιο της ζωής κι όχι προαιρετικό.

Μάθε η ζωή είναι γεννημένη γι’ αλήθειες
κι όχι για τα μαζεμένα ψέματα που είπες
γι’ αυτό κάθε φορά που θα ανοίγω το τετράδιο, κάθε
θα σου γράφω από ένα ακόμα μάθε.

Θέλω πάλι

1η στροφή:

Θέλω πάλι πίσω στη γειτονιά μου να γυρίσω
θέλω πάλι να τρέχω και ν’ ανησυχώ πως θ’ αργήσω
θέλω πάλι κραιπάλη με τη μπάλα μες στη μασχάλη
και ματωμένα γόνατα να  τρέχουν σαν μελάνι, πάλι.

Τον καλύτερο μου φίλο ν’ αντικρύσω
μες στα μάτια να τον δω και να του πω πως δε θ’ αργήσω
πάω στη παλιά οικοδομή κακούς για να ξεκάνω
με το αεροβόλο δυο – τρεις, μπορεί και παραπάνω.

Θέλω πάλι στο σχολείο μου να γίνω
ο ποιο καλός τερματοφύλακας με φήμη μεγαλείο
πίσω να γυρίσω, τα πρόσωπα τους ν’ αγγίξω
των δύο κοπελιών που αγάπησα και δε θα σβήσω.

Στη σκιά της παλιάς αμυγδαλιάς από κάτω ν’ αράξω
και τα αμύγδαλα που σπάω να τα κατασπαράξω
μα μερικά να τα κρατήσω και να τα φυλάξω
για τον φίλο πίσω απ’ τα κάγκελα δάκρυα να στάξω.

Θέλω πάλι κάπου στα βόρεια να γυρίζω τσάρκα
όλους τους δρόμους, τα χωράφια να παίρνω σβάρνα
κι όταν κωλόγερος γίνω με πίπα στο στόμα
να λέω ότι όλα τα ‘ζησα με γέλιο και χρώμα.


2η στορφή:

Θέλω πάλι εποχές ξενοιασιάς και ελευθερίας
ευτυχία ν’ αντικρίζω σε λάμπες πλατείας
μέχρι αηδίας τα γόνατά μου μέσα στη λάσπη
και η μάνα να φωνάζει που έκανα μαύρη την άσπρη φόρμα.

Ώρα δεν υπήρχε τα ρολόγια στην άκρη
άκρη μόνο έβρισκα όταν νύχτωνε λιγάκι
θέλω πάλι το πρώτο χάδι
μα και το τελευταίο μου φιλί, ρε κάνε μου τη χάρη.

Όλα όσα έζησα κρατάω επ’ ώμου
απ’ τα καλά ως τα χειρότερα όλα για καλό μου
μερικά τα έβαλα σε τούτο το χαρτί μονάχα
γιατί δεν θα ήθελα μόνο στο μυαλό μου να τα ‘χα.

Θέλω πάλι το πρώτο κομμάτι, “Κράτα γερά”
ένα στίχο θα θυμίσω για να κλείσω απλά
“Να γελάς, να πονάς, να κυνηγάς ότι αξίζει
μην αφήνεις τίποτα γιατί πίσω δε γυρίζει”.

Λέξεις που δεν είπα ποτέ

Σαν ανοίξεις τη καρδιά μου θα βρεις λέξεις που δεν είπα ποτέ
θα βρεις λόγια στοιχειωμένα σαν καπνούς μέσα σε τεκέ
στα πρώτα της στρώματα κομπλιμέντα πολλά
και μια αυτοπεποίθηση που έχει κάνει φτερά.

Θα βρεις σημάδια χαραγμένα, από ψυχές η μια πένα
το "σε μισώ" να κάνει βόλτες από εδώ έως πέρα
απελπισία, για την ως τώρα κοινωνία
και ένα μεγάλο λυπάμαι για τη σημερινή παιδεία.

Ταξιδεύοντας λίγο πιο βαθιά στα πιο ζεστά
θ’ ακούσεις το παλμό να δυναμώνει σταθερά
γιατί κρατάει λόγια κακά, φυλακισμένα ισόβια
με το κλειδί της κλειδαριάς κάπου χαμένο στη πυρά.

Κάποια απ’ αυτά ίσως να μην βγούνε στη φόρα
μέσα μου παλεύουν και δεν βλέπουν την ώρα
να βγούνε έξω και να τα κάνουνε πουτάνα όλα
σαν το διάολο όταν έκλαψε και έπιασε μια μπόρα.

Τώρα που έφτασες στο κέντρο της, στο τέλος το ταξίδι
ρώτησε τη γιατί γράφει στίχους σαν λεπίδι
γιατί έχει λάθη και κρίματα κρυμμένα
που δεν τα εμφανίζει όταν έξω έχει μέρα.


Listen on YouTube.

Από τους τύπους

1η στροφή:

Πέταξα κατευθείαν μέσα στου κούκου τη φωλιά
είδα πρόσωπα χλωμά να με κοιτάζουν επίμονα
κάθε ώρα και στιγμή ήθελα να βάλω μια φωτιά
να τους κάψω όλους, μα δε το ‘κανα, περίμενα.

Σ’ ένα κόσμο τόσο πολύπλοκο για μένα
αναρωτιέμαι πως βρέθηκα εδώ
απ’ τους τύπους που η φιλία είναι σαν την οικογένεια
και η οικογένεια είναι κάτι το ξεχωριστό.

Απ’ αυτούς που αγαπάνε και δε ζητάνε τίποτα
θέλοντας να πιστεύει πως υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι
δεν γαμάει όποιες κι όποιες για να τον λένε γίγαντα
μα περιμένει έρωτα κι όταν έρχεται δε φεύγει.

Ψέμα, ξέχνα το, δεν είμαι εγώ γι’ αυτά
κι ας ακούω καθημερινά χιλιάδες
αληθινούς ανθρώπους όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά
μα οι ψεύτες ήτανε εκατοντάδες.

Είμαι απ’ αυτούς που αν κοιτάξεις στο δρόμο είναι αλλού
σαν από άλλη πόλη, άλλο είδος, άλλο πλανήτη
νόμιζες τέτοιους τύπους θα τους έβρισκες παντού
γι’ αυτό κάνε μου τη χάρη και φώναξε με αλήτη.

Πέταξα μόνος που λες σ’ αυτό το μακελειό
σαν να το ‘χα δει χθες στον πιο κακό μου εφιάλτη
μα το σήμερα σαν έφτασε είμαι μόνος εδώ
που τα όνειρα με μία λέξη γίνονται στάχτη. 


2η στροφή:

Ένα μάτσο τρελοί άνθρωποι είναι εκεί
να μου θυμίζουν κάθε μέρα ρε να καταπιώ τα χάπια
που φυτεύουν στο μυαλό μου λίγο – λίγο παρακμή
με απώτερο σκοπό να μου κλείσουνε τα μάτια.

Όμως δεν τα παίρνω όσο κι αν με πιέσουνε
τα φτύνω επιδεικτικά στο χώμα που πατώ
προδικάζω του αχρείους που βαλαν να τα μοιράζουνε
αυτούς που έχουνε το χρήμα για οδηγό.

Είμαι απ’ αυτούς που σκέφτονται πριν δράσουν
δεν κοιτάνε μόνο τον εαυτό τους όπως οι άλλοι
αισιόδοξος για όσους τη καρδιά μου κοιτάξουν
ονειροπόλος και ρεαλιστής, συνάμα ρεμάλι.

Μέσα στα σκουπίδια προσπαθώ να δείξω κάτι
λίγο φως να περάσω ανάμεσα απ’ το σκοτάδι
μάχη δίνω, κάθε μέρα ν’ ακουστώ
μα η προσπάθειά μου καταλήγει πάντα στο κακό.

Από τους τύπους που έχουνε πάθος για τη ψυχή
γι’ αυτό του κρέμασαν ταμπέλα ψυχοπαθή
υπάρχουν κι άλλοι σαν κι μένα? σίγουρα πρέπει να ψάξω
μα αν θέλω να μάθω ίσως πρώτα ν’ αποδράσω.

Μα είμαι ακόμα μέσα σ’ αυτή τη ριμάδα τη φωλιά
δεν ξέρω αν μπορώ ή αν θέλω να φύγω
ίσως δειλός, μα με μεγάλη αγκαλιά
απ’ τους τύπους που αναστήθηκαν πεθαίνοντας για λίγο.

Ένας για το τίποτα

Γεννήθηκα ελεύθερος και ελεύθερος θα μείνω
σ’ ένα μέρος που με προτρέπει τα όνειρα να σβήνω
όσο ζω και αναπνέω, πάντα να δίνω
και πίσω να μην παίρνω ούτε ένα ούτε δύο.

Πείτε μου πιο είναι το νόημα στη τελική
να μας λένε τι να κάνουμε με ψεύτικη φωνή?
Όσοι ζουν για εξουσία και παλεύουνε γι’ αυτή
κανένας τους δεν την αξίζει κι είναι όλοι τραγικοί.

Έχω μάτια βλέπω, κρίνω και ξέρω που πάω
που πατάω, ποιους κατηγορώ και πως μιλάω
γι’ αυτό πάντα ζυγίζω τα πράγματα και πάντα
λέω την αλήθεια κάνοντας όλους στη μπάντα.

Εσείς επιλέξατε να μας εξουσιάζουν
ενώ ξέρατε ότι είναι λαμόγια και δεν αλλάζουν
τώρα τα προβλήματα σε στοίβα μαζεμένα
κ’ εμείς περικυκλωμένοι με αίτιο κανένα.

Η φωνή μου όπως και να ‘χει θα ‘ναι πάντα υψωμένη
και τα πυρά της θα ρίχνει πάντα εκεί που πρέπει
η ελευθερία του λόγου θα ‘ναι πάντα ζωντανή
κι η επανάσταση του μυαλού πάντα εκεί.