Και να που
ξεκινάς. Κάπου στα είκοσι και κάτι άθελά σου αναλογίζεσαι και ξεθάβεις στιγμές
από το παρελθόν σου. Εδώ είμαι. Στο ίδιο δωμάτιο. Στην ίδια περιοχή. Στην ίδια
πόλη. Στην ίδια χώρα. Το ρολόι δείχνει μία από αυτές τις ώρες που θες τόσο να
διαγράψεις από το πρόγραμμά σου, αλλά μετά από τόσα χρόνια έχουν γίνει
απαίτηση.
Μόλις έχει καταφθάσει
και ο τελευταίος στο πάρτι γενεθλίων μου. Καλά δεν το λες και πάρτι. Καλύτερα,
μια ευχάριστη συνάθροιση. Και τώρα που το σκέφτομαι, καλύτερα σκέτη συνάθροιση.
Περνάμε όλοι πολύ όμορφα. Πίνουμε, τρώμε, γελάμε, μιλάμε και θυμόμαστε τα
παλιά. Μόνο που στην ουσία δεν θέλω να δω σχεδόν κανέναν τους. Είναι μία από
αυτές τις περιπτώσεις που πραγματικά δεν βρίσκεις το νόημα της παρουσίας τους,
αλλά συγχρόνως δεν υπάρχει και κάποιος ιδιαίτερος λόγος στο να μην βρίσκονται
εδώ. Όπως και να έχει. Ξέρετε ήδη πως κυλάει η βραδιά. Ψεύτικα χαμόγελα,
υπομονή στο να τελειώσει ο καθένας την ανίερη ιστορία του και εγώ να πίνω
συνεχώς μπύρες για να αντέξω την ειλικρινέστατη βαρεμάρα μου και να σκέφτομαι
τα δικά μου.
Νομίζω πως
τελικά ο χρόνος παίζει άσχημο παιχνίδι. Τόσο καιρό τον είχα για σύμμαχό μου,
πίστευα ότι με καλύπτει. Αλλά να που ξαφνικά φτάνεις στο σημείο να μην μπορείς
να αναπνεύσεις έχοντας πάθει μια μικρή κρίση πανικού, επειδή συνειδητοποιείς
ότι δεν προλαβαίνεις. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν είσαι μαζί με άλλα άτομα αλλά
συγχρόνως και μόνος. Υπάρχει καλύτερη ώρα από αυτή άλλωστε?
Ναι, τελικά
ο χρόνος ήταν κατά μου όλα αυτά τα χρόνια, κάτι που δεν το έπαιρνα χαμπάρι.
Ξεγλιστρούσε τόσο γρήγορα στις όμορφες στιγμές, που τώρα όλες αυτές έχουν
καταντήσει μακρινές αναμνήσεις. Το ίδιο γρήγορα και στις άσχημες στιγμές, αλλά
αυτές για κάποιο λόγο τις θυμάμαι πιο ξεκάθαρα. Μάλλον αυτό είναι το τίμημα του
να μεγαλώνει κανείς. Το θέμα μας είναι τώρα τι κάνουμε.
Δεν
προλαβαίνω. Τι στα αλήθεια δεν προλαβαίνω? Να πάρω επιτέλους εκείνο το
κωλόχαρτο από το πανεπιστήμιο, που έχω καταντήσει να μισώ αυτό το μέρος πιο
πολύ και από τα νοσοκομεία? Να βρω μια καλή γυναίκα και να νοικοκυρευτώ, που
δεν έχω κάνει σοβαρή σχέση πάνω από έξι μήνες? Να βρω αρκετές δουλειές έτσι
ώστε όταν έρθει η μεγάλη ευκαιρία καριέρας, να έχω τα προσόντα και την
προϋπηρεσία για να την αρπάξω, που έχω δουλέψει μοναχά σαν σερβιτόρος και μέσα
στη λάντζα? Να φτιάξω το σώμα και την υγεία μου, που μετά το λύκειο η μόνη
άσκηση που κάνω είναι να ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες του σπιτιού μου? Να μαζέψω
χρήματα για τις δύσκολες μέρες που μπορεί να έρθουν και για να βοηθήσω την
οικογένειά μου, που το μεροκάματο έχει φτάσει στα είκοσι ευρώ το δεκάωρο? Να
βρω ένα σπίτι να νοικιάσω και να μείνω μόνος μου?
Σε ποιον
από τους παραβρισκόμενους να τα πω όλα αυτά όμως? Ποιος θα δείξει ενδιαφέρων? Εδώ
τους κάλεσα στο σπίτι μου, στην αγαπημένη μου μέρα του χρόνου και κανείς δεν με
ρώτησε καν τα νέα μου. Όλοι πέσανε με τα μούτρα στο τσάμπα φαγητό και πιοτό. Που
χρόνος για εσωτερικές αναζητήσεις και προβληματισμούς. Ο ένας διέκοπτε τον
άλλον με τρόπο που κάποιος θα τον θεωρούσε αγενή, για να μιλήσει ο ίδιος για
κάτι τελείως ανιαρό και ρηχό. Θυμάμαι στιγμές σαν και αυτή που όλοι είχαμε κάτι
που άξιζε να ειπωθεί. Ιστορίες, που κι ας μην το ξέραμε τότε, μιλούσαν για
ανθρωπιά, αγάπη και αλληλεγγύη. Αλήθειες που ξεχείλιζαν σαν χείμαρροι, χωρίς
σταματημό. Τώρα το μόνο που ακούω είναι ανούσιες ιστορίες και συζητήσεις για
δήθεν σοβαρά θέματα.
Ευτυχώς οι
πρώτοι καλεσμένοι έχουν αρχίσει να φεύγουν σιγά – σιγά. Τους δίνω με μεγάλη
ευχαρίστηση τα παλτά τους και τους ξεπροβοδίζω γρήγορα προς την πόρτα. Κάποιοι
από αυτούς καθώς φεύγουν θυμούνται να μου ευχηθούν για πρώτη φορά μέσα στην
βραδιά.
Δεν ξέρω.
Ίσως είμαι υπερβολικός. Ίσως το μυαλό μου να παίζει παιχνίδια και να ανασύρει
μνήμες από το παρελθόν μου που είναι παρασκευάσματα φαντασίας.
Πίσω στο
σαλόνι μου και ο χορός συνεχίζεται. Πάλι αυτό το συναίσθημα που μου λέει ότι
δεν προλαβαίνω. Πάλι κρύος ιδρώτας με λούζει καθώς ανοίγω μία ακόμα μπύρα. Πίνω
μια μεγάλη γουλιά μήπως ηρεμήσω. Ένα μεγάλο σύννεφο καπνού με περιτριγυρίζει
και χάνομαι και πάλι στις σκέψεις μου.
Τι στα
αλήθεια δεν προλαβαίνω? Να κάνω το όνειρό μου με τη ζωγραφική πραγματικότητα που δεν έχω δέκα
ευρώ να αγοράσω ένα πινέλο? Να έχω μια υγιείς παρέα η οποία θα με
στηρίζει και θα είναι δίπλα μου όταν το χρειάζομαι, που ο καθένας κοιτάει τον πολύτιμο
εαυτούλη του μόνο? Να αναπτύξω τις γνώσεις και το πνεύμα μου? Να βοηθήσω τους
συνανθρώπους μου που έχουν ανάγκη? Που χρόνος για όλα αυτά. Τρέχω – τρέχω και
στην τελική αναρωτιέμαι ποιος είναι ο στόχος και τι έχω καταφέρει μέχρι τώρα. Τι
από όλα αυτά προλαβαίνω αλήθεια?
Βέβαια θα μου πείτε τι έφταιξε για όλα αυτά,
αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που ίσως κάποτε να πάρει την πεζή της μορφή.
Αυτό που
σίγουρα θα μου πείτε όμως είναι ότι ο χρόνος μου τελειώνει. Ότι είναι αργά και
ότι θα έπρεπε πολλά να έχουν γίνει ήδη. Μπούρδες. Οι μεγαλύτερες μπούρδες που
έχω ακούσει ποτέ. Αυτό έχω να πω μόνο. Εκτός από ανθρωπιά πλέον έχουμε
καταντήσει να αναζητάμε και τον σωστό χρόνο σαν να είναι θησαυρός. Αλλά όχι
κύριοι, δεν θα ζητιανέψω. Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Καλύτερα να κάνω αυτά
που θέλω στον χρόνο που δεν πρέπει, παρά αυτά που δεν θέλω στον χρόνο που
πρέπει. Τόσο απλά.
Θυμάμαι
εποχές που αυτό ήταν δεδομένο. Τα παιδικά μας μυαλά συνειδητοποιούσαν τι είναι
σημαντικό και αν αξίζει να το κυνηγήσεις. Αυτή τι στιγμή όμως βρίσκομαι σε ένα
δωμάτιο που βλέπω όλους τους φίλους και γνωστούς μου να έχουν χάσει το μονοπάτι
μαζί με εμένα. Η μεγαλύτερη αποτυχία όμως είναι ότι δεν το συζητάνε καν. Και
όχι απλά δεν το συζητάνε, το έχουν αποδεχτεί κιόλας. Εγώ λοιπόν με τέτοιους
ανθρώπους δεν θέλω να έχω πάρε δώσε. Εγώ θέλω να ξαναγίνω αυτό που θυμάμαι.
Αυτό το αληθινό.
Χωρίς να το
καταλάβω έχω καταλήξει να είμαι μόνος μου. Και ο τελευταίος καλεσμένος έχει
αποχωρήσει. Νιώθω μια στιγμιαία ηρεμία αλλά σύγχρονος όλο το μέσα μου φλέγεται
γιατί θέλει κάπου για να ξεστομίσει αυτά που σκέφτεται.
Το κουδούνι
χτυπάει. Κάποιος ξέχασε κάτι μάλλον. Με μεγάλη μου ευχαρίστηση βλέπω ότι είναι ο
κολλητός μου ο Ηλίας. Στέκεται στην πόρτα και με ένα χαμόγελο μου λέει: “Ξέρω
τι σκέφτεσαι. Πάμε για μια μπύρα μόνοι μας να τα πούμε.”
Μάλλον
προλαβαίνω να πάω.