Μικρέ μου αδερφέ

Καλησπέρα μικρέ μου αδερφέ.

Να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά. Να ακούς τους πάντες και τα πάντα αλλά στο τέλος να κρίνεις και να αφομοιώνεις αυτά με τα οποία συμφωνεί η λογική και η κρίση σου.

Η οικογένεια είναι ότι πιο σημαντικό υπάρχει πάνω σε αυτόν το πλανήτη. Κοίτα να φτιάξεις μία, μέσα στην οποία να βάλεις μόνο αληθινούς ανθρώπους.

Αγάπα τους πάντες μα μάθε ότι η αγάπη είναι ένας δρόμος με δύο κατευθύνσεις. Η μία καταλήγει στις δύο άκρες οι οποίες δεν έχουν τελειωμό. Σε αυτές μαθαίνεις να αγαπάς μόνο τον εαυτό σου. Εσύ κοίτα να διαλέξεις αυτή που τερματίζει στο κέντρο του δρόμου. Εκεί σταμάτα και περίμενε τους υπόλοιπους που θα διαλέξουν το ίδιο μονοπάτι για να σε συναντήσουν στη μέση.

Η ζωή είναι δύσκολη. Τόσο δύσκολη που πολλές φορές θα σκεφτείς να τα παρατήσεις. Μην το κάνεις. Βρες κάτι που αγαπάς και τότε θα δεις ότι όταν σε ρίξουν στα γόνατα, δεν θα θέλεις απλά να ξανασηκωθείς αλλά θα το νιώθεις σαν χρέος σου. Βρες κάτι που αγαπάς και κάντο μέχρι το τέλος.

Βοήθα τους ανθρώπους κι ας μην σε έχουν βοηθήσει αυτοί. Μην το κάνεις για να έχεις να το λες και να το δείχνεις αλλά κάντο επειδή το έχεις ανάγκη.

Οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως κακοί και ύπουλοι. Θα ψάξουν επιμελώς τρόπους για να σε πατήσουν κάτω. Ο καθένας νιώθει την ανάγκη να είναι καλύτερος από τον άλλον. Κάνε την διαφορά και μην ασχολείσαι με τέτοιες μικροπρέπειες σαν κι αυτή. Ψάξε τους ανθρώπους εξαιρέσεις που δυστυχώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα και φτιάξε τον δικό σου μικρόκοσμο βάζοντάς τους όλους εκεί μέσα. Τότε θα καταλάβεις ότι αξίζει να συνεχίσεις να παλεύεις για αυτούς.

Μερικοί άνθρωποι θα σε πονέσουν. Αυτό είναι καλό. Έτσι θα καταλάβεις ότι είσαι ένας αληθινός άνθρωπος με αισθήματα και όχι ένα αναίσθητο ον. Πάρε αυτόν τον πόνο και εμπνεύσουν από αυτόν. Μάθε από αυτόν.

Δημιούργησε. Πίστεψε με δεν υπάρχει κάτι καλύτερο από αυτό. Είμαστε κατασκευασμένοι έτσι ώστε να δημιουργούμε αλλά φαίνεται ότι οι περισσότεροι από εμάς το έχουν ξεχάσει.

Κλείνοντας θα ήθελα να σου αναφέρω κάτι που μου είχε πει ο πατέρας μας όταν ήμουν πιο μικρός. «Η ζωή είναι ένας συνεχόμενος αγώνας με κάποια μικρά ευχάριστα διαλείμματα». Κράτα τις αναμνήσεις αυτών των διαλειμμάτων σαν φυλαχτό.

Καληνύχτα μικρέ μου αδερφέ. Τα λέμε ξανά σε κάποιο άλλο ξεχασμένο χειρόγραφο.

Σαν μεθύσω

Σταγόνα – σταγόνα το ποτήρι μου γεμίζουν
θέλω να σταματήσω μα ο Γιάννης διαφωνεί
μεθυσμένες σκέψεις το μυαλό μου πλημμυρίζουν
όλα γύρω σκοτεινά μα η όραση θολή.

Κάτι τέτοιες στιγμές, που όλο σε βρίσκω μπροστά μου
νιώθω να σε αγγίζω σαν να βρίσκεσαι εδώ
χάνω όλο το μίσος, μαζί με τα λογικά μου
να προλάβω την ανάσα μου συνέχεια προσπαθώ.

Φιλικά χέρια πάνω μου για να με συγκρατήσουν
κάνω μεγάλη ζημιά μ’ εξαφανισμένες ενοχές
αισθάνομαι τα πάντα γύρω να με βασανίζουν
και μιλάω σαν να ‘τανε σήμερα το χθες.

Προς το τέλος μου νιώθω ένα δάκρυ να κυλάει
πάνω στο ανθισμένο δέντρο της μοναξιάς μας
κατάλαβα πως όσο πίνω με πονάει
γι’ αυτό στην υγειά μας.



Το κάστρο

Καθημερινά δέχεται άπειρα πυρά
μα από την αρχή της μάχης του βαστάει σταθερά
τα πτώματα των πειρασμών πετάει στη πυρά
και καθαρά κρατάει της συνείδησης τα στενά.

Καταλαβαίνει πως πρέπει τα πάντα να διώχνει
όταν νιώθει πως δεν αντιστέκεται
φλέγεται, φαίνεται, κάθε φορά
μεγαλώνει, συστέλλεται και παρεκτρέπεται,
νιώθει τα βλήματα πάνω στα τείχη
μετράει πληγές χαμένο στη λήθη
μένει ακέραιο ότι κι αν τύχει
συνέχεια ανεβασμένο έχει τον πήχη.

Τώρα όμως ο πόλεμος έγινε ξεδιάντροπος
ατάραχος, χωρίς ενοχές σαν στήλη άλατος
το τέλος προβλέπω μακάβριο
καθώς το σήμερα διώχνει το αύριο
πόσο λυπάμαι το χθες που ‘ ναι άπραγο
καθώς το θάρρος του είναι άφθονο.

Ίσως άνιση η μάχη, μα όπως και να ‘χει
είμαι αποφασισμένος καθημερινά και εν τάχει
ν’ αμύνομαι στο χάος που γύρω επικρατεί
και τελικά το κάστρο μου ν’ απελευθερωθεί.



Είμαι άνθρωπος ακόμα

Κάποτε μου ‘πε κάποιος γέρος, κάπου σ’ άλλη εποχή
πως τότε οι άνθρωποι ήταν λιγομίλητοι και ζεστοί
πως όταν σκόνταφτες στον δρόμο όλοι σου ‘διναν το χέρι
η χειραψία δεν γινότανε μόνο όταν συμφέρει.

Τώρα χαμένοι σε μια ζούγκλα που το ζώα κυβερνάνε
όλοι πεινάνε για εξουσία, θρόνους αναζητάνε
κυνηγάνε χαρτιά που πάνω τους τυπώνουν νούμερα
μα όλοι όταν τους βλέπεις βρώμικα έχουνε κούτελα.

Βρίσκομαι στο κέντρο μια μάχης που ‘ναι άνιση
είκοσι τρία πια και βλέπω ότι βασιλεύει η εκμετάλλευση
ο κόσμος που ζω λειτουργεί με βάση τη διάκριση
είναι λίγοι αυτοί που για ν’ αλλάξουν κάτι έχουν διάθεση.

Όλα αυτά και άλλα τόσα με σήκωσαν απ’ το χώμα
και χαράζω έναν δρόμο διαφορετικό μα ίσιο
γι’ αυτό χαίρομαι όταν νιώθω ότι είμαι ζωντανός ακόμα
και το μόνο που ζητάω πια σαν άνθρωπος να ζήσω.



Όσο ζω ελπίζω

Βλέπω πρόσωπα άχρωμα, δίχως όνομα, άτονα
με κατάθλιψη στο βλέμμα που μου προκαλεί πεισμάτωμα
περπατάνε σαν νεκροί μέσα στη πόλη άσκοπα
έχουν δώσει τα όνειρά τους μαζί με χρυσό για δάνεισμα.

Κάπου μέσα μας έχουμε χάσει κάτι βασικό
κάτι που έχει ξεχαστεί απ’ τους νεότερους καιρό
κάτι που όταν το νιώθουμε, δύναμη γεμίζουμε
κάτι που μ’ αυτό, με μιας τον φόβο μας γκρεμίζουμε.

Όμως μέσα μου υπάρχει δυνατή σαν φλόγα
κάθε ώρα ετοιμοπόλεμη για το τώρα
ούτε μία στιγμή δεν με πρόδωσε, δεν χάθηκε
μα έμεινε εδώ να με κάνει δυνατό βάλθηκε.

Της ζωής μου ιερό έβαλα σκοπό
μέσα από μουσική και στίχους να σας το διηγηθώ
το συναίσθημα που διώχνει το σκοτάδι στον Άδη
πριν προλάβει να εισβάλει απ’ του μυαλού μου την άκρη.

Ήρθε η στιγμή λοιπόν που τις λέξεις μου πλάθω
μη με ρωτάς το γιατί, γιατί περίεργα την είδα
έτσι παίρνω ξανά την πένα μου και γράφω
μέσα στο μυαλό σας με κεφαλαία γράμματα ελπίδα.



Καλύτερος άνθρωπος

1η στροφή:

Προσπάθησα να μην συμβιβαστώ, μα αυτό
για να πάω μπροστά δεν είναι αρκετό
δήθεν φίλους δεν έγλειψα ποτέ και προσπαθώ
να αποφύγω το αίσθημα του να εκμεταλλευτώ.

Με τον καιρό, είδα την δύναμή μου να μ’ αφήνει
την άφησα και εγώ, δεν λέω, κι αυτό με πνίγει
περνάν τα χρόνια όμως και ο χρόνος με σφίγγει
η περηφάνια μόνο, μάλλον στο τέλος θα μου μείνει.

Έρχεται αργά το τέρας που τελικά σκοτώνει
το όνομά του είναι φόβος, στην ψυχή μου τρυπώνει
ο φόβος για το αν κάποιον απογοητεύσω
το ξέρω είναι λάθος αν μ’ αυτόν βαλθώ να παίξω.

Δεν το έκανα ποτέ μου κι ούτε θέλω να το κάνω
ν’ απογοητεύσω εμένα, το χειρότερο πλάνο
πρέπει ν’ αλλάξει αυτό, πρέπει να κάνω το σωστό
πολλά τα "πρέπει" όμως για καρδιά και μυαλό.


Ρεφρέν:

Θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος
το χαμόγελό μου πάντα ελπίδα να μοιράζει.
Θέλω όταν ο δρόμος είναι αδιάβατος
η καρδιά μου άλλη πορεία να χαράζει.

Θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος
μέσα από τους στίχους μου να δίνω πνοή.
Θέλω όταν ο δρόμος είναι αβάσταχτος
η ψυχή μου απλόχερα να δίνει πυγμή. 


2η στροφή:

Κατάλαβα πως, όταν θες μια αλλαγή
δηλαδή το τέλος να το κάνεις πάλι αρχή
δεν αρκεί μονάχα να συζητάς τη στιγμή
γιατί όλο το συμπάν να μην πετύχεις συνωμοτεί.

Υποψιάζεται κανείς, πόσο εύκολο είναι να μισείς
μα τι να πεις, συναίσθημα περιωπής
για να γυρίσεις την πλάτη και να αλλάξεις μονοπάτι
κάνε την αρχή ή τέλος πάντων κάνει κάτι.

Είμαι βράχος, σε πιο άτακτες θάλασσες ο φάρος
στη κόλαση του μυαλού μου γίνομαι σκέτο θάρρος
στους δικούς μου ανθρώπους πάντα κοντά
και στο χαρτί μου είμαι ο
Tsopa που ποτέ δεν ξεχνά.

Μα δεν είμαι αυτός που θα σε κάνει να νιώσεις καλά
πρέπει να το κάνεις μόνος σου ξανά και ξανά
πρακτικά, κρίνω πως συμβουλές δεν δίνω
μα σου δίνω λέξεις, να διαλέξεις, πολύ απλά.



Αυτή είναι η ζωή μου

Είμαι αυτός που πάντα έπρεπε αγάπη να μοιράζει
μα σταμάτησα τώρα γιατί κανένας δεν αλλάζει
όσο δίνω, το αντιστρόφως ανάλογο παίρνω πίσω
εις την δευτέρα όμως τον πόνο στην ψυχή μου χαρίζω.

Είμαι αυτός που σαν αντίστροφη μέτρηση που ξεφεύγει
τον χρόνο πίσω πηγαίνει, τον κόσμο για να χαζεύει
καταλαβαίνοντας πως τίποτα πια δεν του κάνει
προσπαθεί να βρει τρόπο τους γύρω να καταλάβει.

Είμαι αυτός που την αλήθεια του αποφάσισε να μάθει
σχεδιάζοντας γραμμές με λέξεις, λόγια και λάθη
γι’ αυτό όσα αφήσω πίσω θα’ ναι αυτά που θα ‘μαι εγώ
μα το τώρα με βρίσκει απλά το τώρα να ζω.

Είμαι αυτός που την ελευθερία πάντα κυνηγάει
και τον κακό του εαυτό συνέχεια θέλει να νικάει
για όλους όσους με νιώθουνε και πορεύονται μαζί μου
είμαι αυτός που είμαι και αυτή είναι η ζωή μου.

Δεν περιμένω το τέλος

Δεν περιμένω το τέλος, άλλο πια τέλος
στοχεύω ψηλά και γίνομαι με μιας το βέλος
ο στόχος τ’ αστέρια, να αγγίξω ένα απ’ αυτά, επομένως
η αρχή το ήμισυ, ο δρόμος ξένος.

Σε μέρη που δεν έχω φανταστεί ταξιδεμένος
ανθρώπους με χαμόγελα ζητάω απεγνωσμένος
ο χρόνος είναι ύπουλος, αρχίζει τελειωμένος
το τέλος του είναι η αρχή μου κι αρχή μου είναι το τέλος.

Τι ζωή μου κοιτάω μπερδεμένος
σαν τρίτος, αντικειμενικός μα γερασμένος
όταν ξεφεύγει η ευγένεια και μένει το μένος
κερδίζω το παιχνίδι μα όντας χαμένος.

Μα είπα δεν θα περιμένω το τέλος σαν γέρος
ωραίος, δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος
η φωνή μες στο κεφάλι μου, μου δείχνει ένα μέρος
χωρίς αρχή, χωρίς τέλος και με πιάνει ένα δέος.

Τα όνειρα σαν βάζω σε σειρά μένω ακμαίος
μα τα όνειρα είναι για όταν είσαι κοιμισμένος
θυμάμαι πιο παλιά, όταν ένιωθα νέος
τα όνειρα ήταν στόχος και ο στόχος το τέλος.

Από βέλος, έγινα άνθρωπος συνηθισμένος
πληγωμένος, τέχνης πηγάδια ψάχνω διψασμένος
όλος ο χρόνος μου σε μια στιγμή σωμένος
μα ο χρόνος στο τέλος μοιάζει να δείχνει ηττημένος.

Το βράδυ ξεγλιστράει, μένω ξενυχτισμένος
η αυγή ξεπηδώντας θα δει αν είμαι πεπεισμένος
τα μάτια θα κλείσω, θα πω πως είμαι ευτυχισμένος
μα η ευτυχία καμιά φορά σημαίνει δυστυχισμένος.

Οι αποτυχίες μου τόπος ερημωμένος
ο άνθρωπος μέσα μου με ελπίδες γεμισμένος
ο επίλογος με κεφαλαία γράμματα γραμμένος, τέλος,
δεν περιμένω το τέλος, άλλο πια τέλος.



Βαδίζοντας

Πανταχού παρών, δεν δηλώνω απών
συνεχίζω να ελπίζω και πίσω δεν γυρίζω
παράτησα το παρελθόν, παράτησα το μέλλον
με το παρόν να συμβιώνω είναι πρωτεύων συμφέρων.

Μαζεύω δυνάμεις για ν’ αποκρούω τις κακοτοπιές
σημαδεύω πάνω τους χαρούμενες στιγμές
αλλά και πάλι, μου στρίβει το κεφάλι ώρες – ώρες
καθώς βαδίζω για άλλους άγνωστους χειμώνες.

Είμαι σαν το παγόβουνο, δείχνω μόνο ένα κομμάτι μου
γι’ αυτό όσοι πιστεύουν πως με ξέρουν καλά
να βάλουν στ’ ακουστικά τους άλλο ένα κομμάτι μου
και να κάνουν στον βυθό μου άλλη μία βουτιά.

Η καρδιά μου είναι αγνή μα το μυαλό μου μόνο βρώμικο
επώδυνο για όσους περιφρονούνε, μα πάντα γόνιμο
οχυρωμένο με χιλιάδες πυροβόλα
γιατί ξέρω ότι οι ανίκανοι είναι ικανοί για όλα.

Απ’ το μηδέν ανεβαίνω σκαλοπάτια, κομμάτια
όλα τα βράδια που έχω άγρυπνα μάτια
και πάντα βλέπω σκοτάδι στης ψυχής το μονοπάτι
μα δεν φοβάμαι τίποτα γιατί ξέρεις κάτι?

Κάτι τελευταίο θέλω μονάχα να πω
που στον νου μου μέσα βρίσκεται εγγύτερο
ο μεγαλύτερος εχθρός μου είμαι μόνο εγώ
γιατί ο εχθρός του καλού είναι πάντα το καλύτερο.

Στο τέλος του χρόνου

Και να που ξεκινάς. Κάπου στα είκοσι και κάτι άθελά σου αναλογίζεσαι και ξεθάβεις στιγμές από το παρελθόν σου. Εδώ είμαι. Στο ίδιο δωμάτιο. Στην ίδια περιοχή. Στην ίδια πόλη. Στην ίδια χώρα. Το ρολόι δείχνει μία από αυτές τις ώρες που θες τόσο να διαγράψεις από το πρόγραμμά σου, αλλά μετά από τόσα χρόνια έχουν γίνει απαίτηση.

Μόλις έχει καταφθάσει και ο τελευταίος στο πάρτι γενεθλίων μου. Καλά δεν το λες και πάρτι. Καλύτερα, μια ευχάριστη συνάθροιση. Και τώρα που το σκέφτομαι, καλύτερα σκέτη συνάθροιση. Περνάμε όλοι πολύ όμορφα. Πίνουμε, τρώμε, γελάμε, μιλάμε και θυμόμαστε τα παλιά. Μόνο που στην ουσία δεν θέλω να δω σχεδόν κανέναν τους. Είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις που πραγματικά δεν βρίσκεις το νόημα της παρουσίας τους, αλλά συγχρόνως δεν υπάρχει και κάποιος ιδιαίτερος λόγος στο να μην βρίσκονται εδώ. Όπως και να έχει. Ξέρετε ήδη πως κυλάει η βραδιά. Ψεύτικα χαμόγελα, υπομονή στο να τελειώσει ο καθένας την ανίερη ιστορία του και εγώ να πίνω συνεχώς μπύρες για να αντέξω την ειλικρινέστατη βαρεμάρα μου και να σκέφτομαι τα δικά μου.

Νομίζω πως τελικά ο χρόνος παίζει άσχημο παιχνίδι. Τόσο καιρό τον είχα για σύμμαχό μου, πίστευα ότι με καλύπτει. Αλλά να που ξαφνικά φτάνεις στο σημείο να μην μπορείς να αναπνεύσεις έχοντας πάθει μια μικρή κρίση πανικού, επειδή συνειδητοποιείς ότι δεν προλαβαίνεις. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν είσαι μαζί με άλλα άτομα αλλά συγχρόνως και μόνος. Υπάρχει καλύτερη ώρα από αυτή άλλωστε?

Ναι, τελικά ο χρόνος ήταν κατά μου όλα αυτά τα χρόνια, κάτι που δεν το έπαιρνα χαμπάρι. Ξεγλιστρούσε τόσο γρήγορα στις όμορφες στιγμές, που τώρα όλες αυτές έχουν καταντήσει μακρινές αναμνήσεις. Το ίδιο γρήγορα και στις άσχημες στιγμές, αλλά αυτές για κάποιο λόγο τις θυμάμαι πιο ξεκάθαρα. Μάλλον αυτό είναι το τίμημα του να μεγαλώνει κανείς. Το θέμα μας είναι τώρα τι κάνουμε.

Δεν προλαβαίνω. Τι στα αλήθεια δεν προλαβαίνω? Να πάρω επιτέλους εκείνο το κωλόχαρτο από το πανεπιστήμιο, που έχω καταντήσει να μισώ αυτό το μέρος πιο πολύ και από τα νοσοκομεία? Να βρω μια καλή γυναίκα και να νοικοκυρευτώ, που δεν έχω κάνει σοβαρή σχέση πάνω από έξι μήνες? Να βρω αρκετές δουλειές έτσι ώστε όταν έρθει η μεγάλη ευκαιρία καριέρας, να έχω τα προσόντα και την προϋπηρεσία για να την αρπάξω, που έχω δουλέψει μοναχά σαν σερβιτόρος και μέσα στη λάντζα? Να φτιάξω το σώμα και την υγεία μου, που μετά το λύκειο η μόνη άσκηση που κάνω είναι να ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες του σπιτιού μου? Να μαζέψω χρήματα για τις δύσκολες μέρες που μπορεί να έρθουν και για να βοηθήσω την οικογένειά μου, που το μεροκάματο έχει φτάσει στα είκοσι ευρώ το δεκάωρο? Να βρω ένα σπίτι να νοικιάσω και να μείνω μόνος μου?

Σε ποιον από τους παραβρισκόμενους να τα πω όλα αυτά όμως? Ποιος θα δείξει ενδιαφέρων? Εδώ τους κάλεσα στο σπίτι μου, στην αγαπημένη μου μέρα του χρόνου και κανείς δεν με ρώτησε καν τα νέα μου. Όλοι πέσανε με τα μούτρα στο τσάμπα φαγητό και πιοτό. Που χρόνος για εσωτερικές αναζητήσεις και προβληματισμούς. Ο ένας διέκοπτε τον άλλον με τρόπο που κάποιος θα τον θεωρούσε αγενή, για να μιλήσει ο ίδιος για κάτι τελείως ανιαρό και ρηχό. Θυμάμαι στιγμές σαν και αυτή που όλοι είχαμε κάτι που άξιζε να ειπωθεί. Ιστορίες, που κι ας μην το ξέραμε τότε, μιλούσαν για ανθρωπιά, αγάπη και αλληλεγγύη. Αλήθειες που ξεχείλιζαν σαν χείμαρροι, χωρίς σταματημό. Τώρα το μόνο που ακούω είναι ανούσιες ιστορίες και συζητήσεις για δήθεν σοβαρά θέματα.

Ευτυχώς οι πρώτοι καλεσμένοι έχουν αρχίσει να φεύγουν σιγά – σιγά. Τους δίνω με μεγάλη ευχαρίστηση τα παλτά τους και τους ξεπροβοδίζω γρήγορα προς την πόρτα. Κάποιοι από αυτούς καθώς φεύγουν θυμούνται να μου ευχηθούν για πρώτη φορά μέσα στην βραδιά.

Δεν ξέρω. Ίσως είμαι υπερβολικός. Ίσως το μυαλό μου να παίζει παιχνίδια και να ανασύρει μνήμες από το παρελθόν μου που είναι παρασκευάσματα φαντασίας.

Πίσω στο σαλόνι μου και ο χορός συνεχίζεται. Πάλι αυτό το συναίσθημα που μου λέει ότι δεν προλαβαίνω. Πάλι κρύος ιδρώτας με λούζει καθώς ανοίγω μία ακόμα μπύρα. Πίνω μια μεγάλη γουλιά μήπως ηρεμήσω. Ένα μεγάλο σύννεφο καπνού με περιτριγυρίζει και χάνομαι και πάλι στις σκέψεις μου.

Τι στα αλήθεια δεν προλαβαίνω? Να κάνω το όνειρό μου με τη ζωγραφική πραγματικότητα που δεν έχω δέκα ευρώ να αγοράσω ένα πινέλο? Να έχω μια υγιείς παρέα η οποία θα με στηρίζει και θα είναι δίπλα μου όταν το χρειάζομαι, που ο καθένας κοιτάει τον πολύτιμο εαυτούλη του μόνο? Να αναπτύξω τις γνώσεις και το πνεύμα μου? Να βοηθήσω τους συνανθρώπους μου που έχουν ανάγκη? Που χρόνος για όλα αυτά. Τρέχω – τρέχω και στην τελική αναρωτιέμαι ποιος είναι ο στόχος και τι έχω καταφέρει μέχρι τώρα. Τι από όλα αυτά προλαβαίνω αλήθεια? 

Βέβαια θα μου πείτε τι έφταιξε για όλα αυτά, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που ίσως κάποτε να πάρει την πεζή της μορφή.

Αυτό που σίγουρα θα μου πείτε όμως είναι ότι ο χρόνος μου τελειώνει. Ότι είναι αργά και ότι θα έπρεπε πολλά να έχουν γίνει ήδη. Μπούρδες. Οι μεγαλύτερες μπούρδες που έχω ακούσει ποτέ. Αυτό έχω να πω μόνο. Εκτός από ανθρωπιά πλέον έχουμε καταντήσει να αναζητάμε και τον σωστό χρόνο σαν να είναι θησαυρός. Αλλά όχι κύριοι, δεν θα ζητιανέψω. Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Καλύτερα να κάνω αυτά που θέλω στον χρόνο που δεν πρέπει, παρά αυτά που δεν θέλω στον χρόνο που πρέπει. Τόσο απλά.

Θυμάμαι εποχές που αυτό ήταν δεδομένο. Τα παιδικά μας μυαλά συνειδητοποιούσαν τι είναι σημαντικό και αν αξίζει να το κυνηγήσεις. Αυτή τι στιγμή όμως βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο που βλέπω όλους τους φίλους και γνωστούς μου να έχουν χάσει το μονοπάτι μαζί με εμένα. Η μεγαλύτερη αποτυχία όμως είναι ότι δεν το συζητάνε καν. Και όχι απλά δεν το συζητάνε, το έχουν αποδεχτεί κιόλας. Εγώ λοιπόν με τέτοιους ανθρώπους δεν θέλω να έχω πάρε δώσε. Εγώ θέλω να ξαναγίνω αυτό που θυμάμαι. Αυτό το αληθινό.

Χωρίς να το καταλάβω έχω καταλήξει να είμαι μόνος μου. Και ο τελευταίος καλεσμένος έχει αποχωρήσει. Νιώθω μια στιγμιαία ηρεμία αλλά σύγχρονος όλο το μέσα μου φλέγεται γιατί θέλει κάπου για να ξεστομίσει αυτά που σκέφτεται.

Το κουδούνι χτυπάει. Κάποιος ξέχασε κάτι μάλλον. Με μεγάλη μου ευχαρίστηση βλέπω ότι είναι ο κολλητός μου ο Ηλίας. Στέκεται στην πόρτα και με ένα χαμόγελο μου λέει: “Ξέρω τι σκέφτεσαι. Πάμε για μια μπύρα μόνοι μας να τα πούμε.”

Μάλλον προλαβαίνω να πάω.