Μαριονέτες

Κινούμαστε στη πόλη, σαν μαριονέτες όλοι
όταν βλέπουμε φως νομίζουμε πως είν’ θεός
απέναντί μας το ψέμα μ’ ανοίγουμε πορτοφόλι
και ταΐζουμε τη δόλια τη ψυχή μας μα πως?

Δεν νιώθει κανείς τα δεσμά που μας κρατάνε
γύρω από τα χέρια και όλο μας το σώμα
όταν θέλουν τα κινούν, τα μούτρα τους χειροκροτάνε
βάζοντας σε μας φίμωτρο για μόστρα στο στόμα.

Μια ζωή πίσω απ’ τα παρασκήνια κοιτάμε
τις σκηνές της ζωής μας με άλλον σκηνοθέτη
ταξιδεύοντας στην αυταπάτη του χρόνου περνάνε
και χάνονται μέσα στης χάσης το καθρέφτη.

Ρε για κοίτα κάτι μούτρα καθώς πρέπει
που μας θέλουν ασυνειδήτους, αμόρφωτους, ντροπή
εκμεταλλεύονται το σκάρτο το μυαλό σας που φεύγει
μακριά απ’ την αλήθεια με ήχο τη σιωπή.

Εγώ αρνούμαι τα όπλα να καταθέσω
που στη περίπτωση μου είναι μια πένα και χαρτί
το δικό μου το σενάριο σ’ αυτούς θα παραθέσω
ξεκινώντας μ’ αυτό το
couple για αρχή.

Ογδόντα μπάρες αναζήτησης

Νύχτες κρύες σαν κι αυτή ψάχνω να βρω τον εαυτό μου
ποιος είμαι, που πάω, τι κάνω, είναι για το καλό μου;
Οι πράξεις, τα λόγια που λέω, αυτά που τραγουδάω
ίσως έχω ξεχάσει εαυτέ αυτό που αναζητάω.

Πολλές φορές μ’ έχω πιάσει να χάνω
της ζωής μου το πλάνο, σαν να μην ξέρω τι κάνω
υπερβάλω? Κοίτα με στα μάτια κι όχι πιο πάνω
είμαι εδώ μπροστά σας τώρα και το νόημα πιάνω.

Μήπως φταίει που δεν έβαλα μια τάξη
στης ζωής μου το αμάξι πάταγα μόνο το γκάζι
όπου με βγάλει σου λέω, δεν με νοιάζει, όπου αράξει
τόσα όνειρα μαζί, κάποιος να τα στοιβάξει να βρεθεί.

Μα δε βρέθηκε κανείς και έτσι ξύπνησα
πόνο αντίκρισα, ανθρώπους μίσησα
εξαθλίωση στο τέρμα που μαζί της δεν κύλισα
μα ότι και αν έβλεπα τη πλάτη μου δεν γύριζα.

Ίσως κάτι να αρχίζω να βρίσκω τώρα
του εαυτού μου κομμάτια πιάνω σαν στάλες από μπόρα
στις πέντε ο δείκτης μα δεν με νοιάζει η ώρα
δε φεύγω αν δε τελειώσω τώρα πια που πήρα φόρα.

Σαν ένας κακός εφιάλτης να ξετυλίγεται
μπροστά στα μάτια μου και να προσφέρει μόνο τρόμο
μόνος πως βρέθηκα εδώ δεν ξέρω και το λόγο
μα ένα άπλετο σκοτάδι μπρος στα μάτια μου ανοίγεται.

Καλά κατάλαβα, όλα αντίθετα από ρόδινα
κι όλα τα καλά του κόσμου καταλήγουν επώδυνα
για σ’ ένα, μέσα στο κεφάλι σου τι τρέχει μπέσα πες μου
τίποτα καλό δε βρίσκεις σ’ όλο το κόσμο, αλήθεια πες μου;

Αναδιατυπώνω, είδα και καλά
μα είναι μόνο τρία, μουσική, φιλία, οικογένεια
πλέον είναι δύσκολο να τα κρατήσεις και αυτά
αν χαθούν, θα χαθώ, στο λέω στεγνά.

Σαν να κατάλαβα ποιος είμαι, που πάω, τι κάνω
τι καπνό φουμάρω, ποιανής μάτια κοιτάω,
γιατί το κάνω αφού ξέρω πως χάνω
κι όμως βρήκα κι άλλους πολλούς και έχω βαλθεί να τους βοηθάω.

Όμως έδωσα στοργή, μπόλικη ψυχή και σώμα
για ανθρώπους που αγάπησα έπεσα και στο χώμα
στους ώμους μου πήρα ευθύνες που δεν ήτανε για μένα
και πίσω δε γύρισε ευχαριστώ κανένα.

Γι’ αυτούς ανέχτηκα τη ζήλια και το ψέμα
όλα σ’ ένα τετράδιο τα έβαλα και τα πέταξα
τον μαλάκα έκανα για το καλό των άλλων
και το νόημα αυτού ρε, ποτέ μου δεν έψαξα.

Τα δικά μου τα θέλω κάτω απ’ όλα
κι εγώ ήμουν η ομπρέλα όταν έπιανε η μπόρα
ο εαυτός μου πάντα δεύτερος στο τέρμα
λάθος? σωστό? αυτό είναι το θέμα.

Όμως μια μέρα σαν κι αυτή, που ‘χω τρελαθεί
θέλω να τα σπάσω όλα, να μη μείνει ούτε καρφί
όρθιο να μην υπάρχει τίποτα τριγύρω
και με μαύρο σπρέι να βάψω όλα τα χρώματα στον τοίχο.

Να σταματήσω να τρέχω πίσω απ’ τους άλλους
ν’ αδιαφορήσω για όλους αυτούς που έχουν κάλους
την πάρτη μου να κοιτάζω μόνο, να διώξω τον πόνο
να μη με νοιάζει τίποτα που θέλει κόπο, χρόνο.

Να προδώσω όλο μου το είναι
πιστεύω, ιδεολογίες ένα μάτσο αηδίες
μπόλικα φράγκα να βγάλω, να κάψω όλο το πλάνο
τέρμα ο καλός Γιαννάκης, ο
Tsopa ήρθε.

Ετοιμαστείτε για καταστροφή μεγάλη
δε κρατιέμαι άλλο φώναξα τον διάολο να σας πάρει
όλους ρε, δίχως εξαιρέσεις
κακέ μου εαυτέ αρχίζεις και μ’ αρέσεις.

Όπα – όπα το ‘χασα δεν είμαι εγώ αυτός
για δεκάξι μπάρες έγραφε ένα άλλος τρελός
είναι μέσα μου κοχλάζει και το αίμα μου βράζει
και η σκέψη πως θα ξαναβγεί έξω ρε με τρομάζει.

Η ματιά μου θολώνει , το φως το χάνω από μπροστά μου
μια φορά σαν εμφανίστηκε βάφτηκε η καρδιά μου
μαύρη, γιατί ξέγραψε έναν άνθρωπο στεγνά
γι ‘αυτό σκέψου το καλά πριν μου παίξεις πουστιά.

Υπάρχουν άνθρωποι σωστοί που πιστεύω πως αξίζουν
και γι’ αυτούς χαλί θα γίνω ν’ ανέβουν αν με πατήσουν
η ψυχή μου αγαθή μα δεν σηκώνει μαλακίες
και στον δρόμο αν μ’ αντικρίσεις μην κάνεις πως δεν με είδες.

Τέλος, σ’ ευχαριστώ που μ’ έβαλες και μ’ άκουσες
βρήκα στα αλήθεια πόσο μπορώ να αγαπήσω
και ένα ακόμα πιο μεγάλο που δε το έκλεισες δε βιάστηκες
και μάθαμε κι οι δυο πως μπορώ και να μισήσω.

Με όπλο το στίχο

Απροσάρμοστο εγκεφαλικά με φωνάζουνε όλοι
κι ας μην έχω δίπλα στο κρόταφο ένα πιστόλι
ψυχικά ανισόρροπο κι ας έχω και φιλότιμο
ταιριάζοντας "ποτέ" σε καλούπια "τι πρωτότυπο".

Οι φίλοι που στηρίζομαι είναι πραγματικοί
κι είναι δύο – τρεις, όχι διακόσιοι εικονικοί
δεν το παίζω ψευτο επαναστάτης αλλά είμαι εκεί
με τη μουσική για όπλο όταν χρειαστεί.

Με όπλο το στίχο σε πυροβολάω 
κοιτάζοντας ίσια στα ίσια βαράω
τη μάχη που δίνω δεν την παρατάω 

ακόμα κι αν χάσω για μένα νικάω
ίσως με βλέπεις γελάς μα εγώ πολεμάω 

χαρτί και στυλό ακόμα κρατάω
εμπόδια μια ζωή εγώ προσπερνάω 

και έχω μάθει τα λόγια ποτέ μη μασάω.

Έχω μάθει να διαφοροποιούμε
όχι σαν την υπόλοιπη μάζα, πιόνι να κινούμαι
με μυαλά ασήμαντων έχω πάψει ν’ ασχολούμαι
και δεν με ενδιαφέρει πλέον οι άλλοι τι θα πούνε.

Βαρέθηκα

1η στροφή:

Γαμώ τη καλοσύνη μου, βαρέθηκα το είναι μου
βαρέθηκα τα πάντα γύρω μου κι ας είναι μείον μου
βαρέθηκα μάγουλο να γυρνάω από την άλλη
βαρέθηκα να σκέφτομαι με πίεση μεγάλη.

Βαρέθηκα πουτάνες που το παίζουνε νταβάδες
χιλιάδες αράδες, να τες, άρες μάρες κουκουνάρες
βαρέθηκα να αντικρίζω ψεύτικους τρόπους
μα πιο πολύ βαρέθηκα να κλαίω για λάθος ανθρώπους.

Βαρέθηκα της μετρητής να παίρνω ρε τα πάντα
και όλοι να μου λένε πως σφιχτά δένω τη γραβάτα
βαρέθηκα το γαμημένο μου μυαλό να κάνει κύκλους
βαρέθηκα να είμαι απ’ αυτούς τους τύπους.

Βαρέθηκα τα ψεύτικα χαμόγελα, βαρέθηκα
βαρέθηκα σχολή που τίποτα προσφέρει απλόχερα
βαρέθηκα ν’ ακούω φάλτσες φωνές να τραγουδάνε
μα πιο πολύ βαρέθηκα να βλέπω πως μπροστά πάνε.

Βαρέθηκα τον θόρυβο της πόλης μες στα αυτιά μου
βαρέθηκα το ξενύχτι μου να είναι άδειο
βαρέθηκα συνέχεια απ’ το μηδέν να ξεκινάω
και πάντα να μένω κει χωρίς να ξέρω που πατάω.


2η στροφή:

Βαρέθηκα ν’ αρχίσω να γράφω το δεύτερο couple
μα κάτι μέσα μου με πίεζε να μη σταματήσω ποτέ
βαρέθηκα μουτζούρες και χαρτιά πεταμένα
μια πένα μ’ όλα τα μελάνια τελειωμένα.

Βαρέθηκα τον καύσωνα, τη ζέστη και τον ήλιο
ας πάνε κάπου αλλού, εγώ θέλω μόνο το κρύο
βαρέθηκα οι άντρες να μειώνονται κάθε στιγμή
και πιο πολύ αυτούς που το παίζουν αληθινοί.

Βαρέθηκα να κοιτάω γύρω και πάντα
να βλέπω μόνο άγνωστες φάτσες, άγνωστα μάτια
βαρέθηκα μουντάδα, πολυκατοικίες κάργα
με αλάργα τους ανθρώπους όταν βλέπουν την αντάρα.

Βαρέθηκα συνέχεια ο κόσμος να γυρνάει
και βαρέθηκα που πάντα μένω στάσιμος, χαλάλι
βαρέθηκα να βλέπω ανελλιπώς το μέλλον μου θολό
βαρέθηκα μαύρο και γκρίζο τον ουρανό.

Βαρέθηκα τη πείνα μου, βαρέθηκα τη γκίνια μου
βαρέθηκα τη γκρίνια μου και λίγο την αλήθεια μου
βαρέθηκα το όχι να λέω πως το απέφυγα
βαρέθηκα να γράφω συνεχώς ότι βαρέθηκα.

Η μοναξιά ενός τρελού

Όταν νιώθω μόνος και τ’ αστέρια κόβουν βόλτες
εικόνες στα μάτια, καλοκαίρια και χειμώνες
άδεια μπουκάλια, στο πάτωμα ξαπλωμένα
με αναμνήσεις φορτωμένα, σε σκέψεις παραδομένα.

Οι καπνοί στο δωμάτιο να χορεύουν με τα λιγοστά φώτα
σαν θύμισες να φωνάζουν όπως πρώτα
ένα τετράστιχο στον τοίχο να χαρίζει ζωή
και σκέψου δικέ μου αυτή είναι μόνο η αρχή.

Η μοναξιά του καλλιτέχνη η στην περίπτωσή μου ενός τρελού
για σας πικρή, για μένα ράβδοι χρυσού
βλέπεις μέσα μου έχω τα πάντα μα γύρω τίποτα
χαμένη ματιά στη θάλασσα με κρίματα ανείπωτα.

Προσπάθεια να σώσω τους πάντες μα όχι εμένα
περιπλανώμενη ψυχή σαν να τα ‘χω χαμένα
μυαλό που φεύγει, ξεφεύγει, που ανατρέπει, διαπρέπει
ποτέ του δεν προτρέχει, με σκοπό του πάντα να προσέχει.

Τους δήθεν, τους ψεύτικους, τους κομπλεξικούς
τους γεννημένους δίχως όνειρα, μ’ ακούς ρε, αυτούς
με πιάνεις? Όλη η ζωή μου μία νότα
μια χαρούμενη, μια όχι, μα πάντα μία ντόπα.