Ανοίγεις τα μάτια σου. Τα πάντα
γύρω θολά και σκοτεινά.
Σηκώνεσαι. Δεν χρειάζεται να
πλυθείς για να ξυπνήσεις γιατί σήμερα είσαι αποφασισμένος για την αλλαγή. Φοράς
τα ρούχα σου, ένα ξεβαμμένο από τον καιρό τζιν και το μαύρο σου φούτερ.
Αποφασίζεις να πιάσεις την κιθάρα σου και να παίξεις δυο – τρεις συγχορδίες
έτσι για το καλημέρα. Η κιθάρα είναι ξεκούρδιστη αλλά σήμερα δεν θα σε πτοήσει
τίποτα.
Αποφασίζεις να βάλεις
όλα τα πράγματα στη θέση τους. Να φτιάξεις την ζωή σου όπως ακριβώς την θέλεις
εσύ. Έτσι κάνεις την αρχή, απλά με το να εκφράζεσαι πλέον όπως ακριβώς νιώθεις.
Προφανώς όμως αυτό δεν το εκτιμάει κανείς. Οι φίλοι σου αρχίζουν και
απομακρύνονται από κοντά σου, γιατί νομίζουν πως σου έχει στρίψει. Ζούνε
βλέπεις τόσα χρόνια μέσα στο βυθό μιας θάλασσας από ψέματα, μίσος και φθόνο,
που οτιδήποτε έξω από αυτά τα καλούπια τους φαίνεται ξένο. Θλίβεσαι που βλέπεις
τους ανθρώπους που τόσο καιρό αγαπούσες, να είναι ίδιοι και αυτοί με τον
χαρακτήρα που μισείς.
Σκέφτεσαι ότι μπορεί
να είναι κάτι παροδικό όλο αυτό που τους συμβαίνει, γι’ αυτό τους αφήνεις στην
ησυχία τους και συνεχίζεις απευθυνόμενος στην οικογένειά σου. Αντιμετωπίζουν
όμως τα ίδια ακριβώς συμπτώματα με τους υπόλοιπους. Σε κοιτάνε λες και βλέπουν
ένα σιχαμερό πλάσμα μπροστά τους. Τα λόγια που βγαίνουν από μέσα σου είναι ένας
χείμαρρος ειλικρίνειας αλλά κανείς δεν φαίνεται να το επιβραβεύει. Βάζεις τα κλάματα και φεύγεις.
Αναρωτιέσαι πως είναι
δυνατόν να μην σε καταλαβαίνει κανείς; Πως τα κατάφερε η αλήθεια σου και έγινε
αντικείμενο μίσους και χλευασμού από τον περίγυρο σου; Σφίγγεις τα δόντια και
τις γροθιές σου, ανοίγεις διάπλατα τα μάτια σου και με μία κραυγή αποφασίζεις
ότι θα το πας μέχρι τέλους.
Βγαίνεις στους δρόμους
ζητώντας τα βασικά. Ψωμί, παιδεία και ελευθερία. Κάτι που τελικά κερδήθηκε για
πολύ λίγο. Αγωνίζεσαι. Στην πορεία σου βλέπεις κόσμο να πεινάει. Βλέπεις
άστεγους στα βρώμικα στενά της Αθήνας να κοιμούνται πάνω σε κούτες. Βλέπεις ότι
άνθρωποι πεθαίνουν γιατί απλά δεν υπάρχουν κρεβάτια στα νοσοκομεία. Βλέπεις την
παιδεία να καταντάει τον μικρό σου αδερφό ένα ρομποτάκι με παρωπίδες.
Πεισμώνεις. Λες δεν πάει άλλο. Συνεχίζεις να μάχεσαι αποφασισμένος και
ακάθεκτος. Βλέπεις ότι πολύς κόσμος έχεις τα ίδια πιστεύω με εσένα. Ίσως αυτή
να είναι η στιγμή που θα κερδίσετε επιτέλους. Η ώρα δείχνει μηδέν την ώρα που
βρίσκεσαι στο αποκορύφωμα του αγώνα σου για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή
γεμάτη αγάπη και σεβασμό. Γυρνάς το κεφάλι σου και τι να δεις…
Το ημερολόγιο γράφει
μήνα Αύγουστο. Μάλλον πρέπει να σταματήσεις αυτό που κάνεις. Άλλωστε έχει πολύ
ζέστη. Αποφασίζεις πως είναι καλύτερο να πας στην παραλία και το βράδυ σε κάποιο
μαγαζί νυχτερινής διασκέδασης. Καλύτερα έτσι. Τώρα τουλάχιστον οι φίλοι σου και
η οικογένειά σου θα σου μιλάνε όπως πριν. Το καλοκαίρι τελειώνει.
Ανοίγεις τα μάτια σου. Τα πάντα
γύρω θολά και σκοτεινά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου