Τα βήματά μου αν και βαριά, ούτε που ακούγονται στο γεμάτο από ηχορύπανση
κέντρο της Αθήνας. Νιώθω λίγη ζάλη και δεν θυμάμαι πως και γιατί βρίσκομαι εδώ.
Είναι καλοκαίρι και ο δρόμος κάτω από τα σκισμένα μου παπούτσια μοιάζει σαν
λάβα. Η πλατεία μπροστά από τον σταθμό δεσπόζει σαν ένα μεγάλο λιμάνι με
σαπιοκάραβα . Υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι που κινούνται σε διαφορετικές
κατευθύνσεις πάντα με το βλέμμα χαμηλά. Οι κράχτες βρίσκονται σχεδόν παντού,
χαρίζοντας κομπλιμέντα στους περαστικούς μπας και ψαρέψουν κάποια αγορά και
τύποι με “επικίνδυνο” για την εποχή παρουσιαστικό ζητιανεύουν τσιγάρα. Κόσμος έρχεται,
κόσμος φεύγει. Με μια πρώτη ματιά όλα δείχνουν φυσιολογικά. Είμαι λίγο
μπερδεμένος αλλά αρχίζω να βαδίζω.
Αποφασίζοντας να κάνω έναν περίπατο
αφού καλώς η κακώς βρίσκομαι εδώ, αμέσως σηκώνω το κεφάλι μου για να παρατηρήσω
τους ανθρώπους. Είναι μια μηχανική κίνηση που την κάνω από τότε που θυμάμαι τον
εαυτό μου. Αυτό που αντικρίζω είναι φοβερό. Πρόσωπα δίχως όνομα, άτονα και με
κατάθλιψη στο βλέμμα. Τους βλέπω να περπατάνε άσκοπα, σαν νεκροί μέσα στην πόλη.
Κινούμενα όντα χωρίς προορισμό. Έχω την εντύπωση ότι οι περισσότεροι σήμερα, εκτός
από τον χρυσό τους, έχουν πουλήσει και τα όνειρά τους. Τόσο ανθρώπινοι μα
συγχρόνως τόσο άδειοι σαν φαντάσματα. Περιβάλλονται από ένα σύννεφο
αρνητικότητας και θλίψης. Νιώθω λες και δεν τους βλέπω ολοκληρωμένους, σαν κάτι
να τους λείπει. Θλίβομαι αλλά συνεχίζω να βαδίζω.
Λίγο πιο κάτω σε μια
πλατεία, εκεί που άλλοτε έβλεπε κανείς πολλών ειδών δραστηριότητες από νέους,
τώρα τους βλέπω όλους ντυμένους με ρούχα φανταχτερά και όλοι ασχολούνται με τα
έξυπνα κινητά τους. Στέκομαι για περίπου δέκα λεπτά κοντά στο σημείο, αλλά δεν
βλέπω κανείς να αλλάζει μια κουβέντα με τον διπλανό. Τα πελώρια καπέλα που
φορούν, κρύβουν τα πρόσωπα τους έτσι όπως είναι σκυμμένοι και γι’ αυτό
αναγκάζομαι να πάω πιο κοντά. Εστιάζω στα μάτια τους και αντικρίζω φόβο. Έναν
φόβο πού όσο μεγάλος είναι, άλλο τόσο είναι και απροσδιόριστος. Γιατί νεαροί
σαν κι αυτούς να είναι σχεδόν τρομοκρατημένοι; Φαίνεται πως τα έχουν όλα. Είμαι
πολύ μπερδεμένος. Πολλές φορές έχω νιώσει στενάχωρα παρατηρώντας ανθρώπους που
κάτι κακό έχει φυτρώσει στη καρδιά τους. Άλλες φορές από το βλέμμα τους, άλλες
από τον τρόπο που μιλάνε ή και πολλές φορές ακόμα από την στάση του σώματός
τους. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Βλέπω όντως κάτι να
λείπει από όλους αυτούς. Κάτι που χωρίς αυτό δεν μπορούν να μαζέψουν δυνάμεις
και να γκρεμίσουν τους εφιάλτες τους. Κάτι λείπει. Κάτι βασικό. Ίσως όλα αυτά
που βλέπω να είναι ιδέα μου. Ίσως όχι. Προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη αυτά που
συμβαίνουν στο κεφάλι μου και συνεχίζω να βαδίζω.
Συνεχίζοντας το
περίεργο ταξίδι μου για σήμερα, αντιλαμβάνομαι πως η λιακάδα που δέσποζε πριν
από λίγο, τώρα έχει μετατραπεί σε μία επιβλητική συννεφιά. Σκέφτομαι πως οι
πρώτες στάλες δεν θα αργήσουν να έρθουν. Τι με πειράζει όμως; Κανείς από όλους
αυτούς δεν νοιάζεται αν θα βρέξει ή όχι. Είναι όλοι τους χαμένοι στην ηδονή που
προσφέρει η κενότητα που βιώνουν. Πως είναι δυνατόν να ζουν έτσι; Κανείς δεν
φαίνεται να έχει αντιληφθεί την σοβαρότητα της κατάστασης. Μόνο εγώ βλέπω όλο
αυτό το σκοτάδι γύρω μου; Χάνομαι στη λήθη μου και συνεχίζω να βαδίζω.
Εκείνη την στιγμή νιώθω ένα ελαφρύ
σκούντημα στον ώμο και αμέσως χάνω την ροή των σκέψεών μου. Συνειδητοποιώ ότι
βρίσκομαι κάτω από ένα καταπράσινο δέντρο και δίπλα μου κάθετε ένας γέρος με
πολύ συμπαθητικό πρόσωπο. Περιμένω να μου πει κάτι αλλά απλώς μου χαμογελάει.
Του λέω καλημέρα αλλά το μόνο που κάνει είναι να μου δείξει το στόμα του και να
κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. Του ανταποδίδω το αρχικό του χαμόγελο. Αμέσως βγάζει
ένα μπλε μπλοκάκι από την τσέπη του και με ένα μολύβι που έχει τοποθετημένο στο
δεξί του αυτί αρχίζει και γράφει κάτι. Εγώ μετά από όλα αυτά, δεν έχω διάθεση
να συνεχίσω τον δρόμο μου. Δεν θέλω να αντικρίσω κι άλλα άδεια πρόσωπα κι έτσι επαναπαύομαι
σε αυτό το σημείο για να απολαύσω λίγο το καθαρό οξυγόνο. Ύστερα από μερικά
λεπτά, ο γέρος κόβει την σελίδα που έγραφε και μου την δίνει. Έκπληκτος αρχίζω
και διαβάζω:
«Βλέπω στα μάτια σου την ίδια θλίψη
που κυρίευε και τα δικά μου κάποτε, και καταλαβαίνω πως δεν είναι αυτού του
είδους που έχουν όλοι στις μέρες μας. Είναι επειδή έχεις δει τον κόσμο και
κατάλαβες ότι κάτι του λείπει»
Έκπληκτος και αποσβολωμένος κοίταξα τον γέρο ο οποίος μου έκανε νόημα να
συνεχίσω.
«Ίσως να με περάσεις για τρελό αλλά
δεν νομίζω ότι αυτό θα ήταν του χαρακτήρα σου. Όπως θα έχεις καταλάβει ήδη, αυτό
που λείπει από τους ανθρώπους είναι κάτι βασικό και απαραίτητο. Βλέπω όμως ότι
μέσα σου υπάρχει δυνατό σαν φλόγα. Κάθε ώρα και στιγμή ετοιμοπόλεμο να διώξει
το σκοτάδι από το μυαλό και την καρδιά σου»
Ξανακοιτάω αυτή τη φορά με μία δόση αγαλλίασης τον γέρο που δεν έχει σταματήσει
να έχει ζωγραφισμένο στα χείλη του αυτό το υπέροχο χαμόγελο.
«Αυτό όμως που σου διαφεύγει είναι
ότι πρέπει να το μοιράσεις παντού. Σε όλους αυτούς που το έχουν χάσει ή και που
δεν το απέκτησαν ποτέ. Με ποιον τρόπο; Αυτό θα το αποφασίσεις ο ίδιος»
Ξαναδιαβάζω μία ακόμα φορά ολόκληρο το σημείωμα μήπως και μου έχει διαφύγει
κάτι και αμέσως, σχεδόν φωνάζοντας, ρωτάω:
«Τι είναι αυτό που λείπει;»
Ο γέρος σηκώνει το χέρι του και
δείχνει προς έναν τοίχο απέναντί μας. Γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω ένα
ανθρωπάκι ντυμένο στα μαύρα και με κουκούλα, που κρατάει ένα σπρέι. Πηγαίνει
προς τον τοίχο και με μεγάλα κεφαλαία γράμματα γράφει κάτι που δεν θα ξεχάσω
ποτέ. Γυρνάει το μικρό του κεφάλι και βλέπω ένα υπέροχο πρόσωπο μικρού
κοριτσιού, με ολόχρυσα μαλλιά και μάτια από κεχριμπάρι. Μου χαμογελάει και
φεύγει τρέχοντας. Ο γέρος δίπλα μου έχει εξαφανιστεί, μα το σημείωμα βρίσκεται
ακόμα στα χέρια μου. Σηκώνομαι και συνεχίζω να βαδίζω.
Ήρθε η
στιγμή λοιπόν, που τις λέξεις μου πλάθω. Μην με ρωτάτε το γιατί, γιατί ήδη
νομίζω πως ξέρετε. Πιάνω την πένα μου βάζοντας ένα σκοπό, όπως κι εκείνο το
πανέμορφο κοριτσάκι. Να γράψω μέσα στη ψυχή σας με κεφαλαία γράμματα: ΕΛΠΙΔΑ!