Οι κόρες της νύχτας

Το πάρτυ

Φώτα. Φώτα παντού. Η μουσική έπαιζε στη διαπασών και οι φωνές από στενούς φίλους και συγγενείς έδιναν και έπαιρναν. Ήταν ένα κρύο βράδυ του Μάρτη και ο Άγγελος είχε τα γενέθλιά του. Σήμερα έκλεινε τα 27. Στο σαλόνι του σπιτιού του είχε στηθεί ένα σωστό γλέντι με χορούς, ποτά και αγκαλιές. Η μέρα για αυτόν ήταν χαρούμενη και λίγο στενάχωρη συνάμα, γιατί θα έλειπε η αρραβωνιαστικιά του η Νεφέλη από αυτό το κατά τα άλλα χαρμόσυνο γεγονός. Βλέπετε δουλεύει σε ένα δικηγορικό γραφείο στο κέντρο την Αθήνας και αυτή τη περίοδο ο κύριος Παπακώστας, δικηγόρος και αφεντικό της Νεφέλης, έχει αναλάβει μια πολύ σπουδαία υπόθεση. Έτσι όπως ήταν φυσικό όλο το γραφείο έκανε υπερωρίες. Αυτή η βραδιά δεν θα ήταν εξαίρεση για κανέναν τους.
     
Τα φώτα σβήνουν. Η μουσική σταματάει. Ο κολλητός του Άγγελου, ο Ηρακλής, που είχε χαθεί για μερικά λεπτά, βγαίνει τώρα από τη κουζίνα σέρνοντας ένα καροτσάκι με μια τεράστια τούρτα πάνω του. Από αυτού του είδους τις τούρτες που βλέπει κανείς στις ταινίες. Τόσο μεγάλες που φαίνονται σχεδόν ψεύτικες και που συνήθως είναι ψεύτικες. Από τη στιγμή που όλοι άρχισαν να τραγουδάνε το εορταστικό τραγούδι, ο Άγγελος δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται την πιθανότητα να είναι εκεί μέσα η αγαπημένη του. Η γυναίκα που τόσο αγαπάει και που της είχε κάνει πρόταση γάμου πριν από μια εβδομάδα. Γυρνάει αμέσως σε μία φίλη του, που στεκόταν δίπλα και ρωτάει με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του:

«Η τούρτα δεν είναι αληθινή έτσι;»

Η γυναίκα απλά τον κοιτάει με ένα βλέμμα χαράς μην μπορώντας να κρύψει το αυτονόητο. Δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Ο Άγγελος τα έχει καταλάβει όλα. Την ώρα που σχεδόν είχε τελειώσει το τραγούδι, ο Ηρακλής στεκόταν ήδη με την τούρτα στην μέση του σαλονιού όπου βρισκόντουσαν όλοι. Το τραγούδι τελειώνει μετά από ένα πολύ βασανιστικά αργό λεπτό για τον Άγγελο.

«… και όλοι να λένε να ένας σοφός!»

Σβήνει τα κεριά με σβελτάδα ευχόμενος να τυλίξει την Νεφέλη στην αγκαλιά του. Τα φώτα ξανανοίγουν και όλοι ξαφνικά - και όχι προς έκπληξή δική του – φωνάζουν:

«ΕΚΠΛΗΞΗ!»
     
Σιωπή.  Οι πάντες κοιτάνε με ένα βλέμμα απορίας προς την τούρτα. Όχι όμως ο Άγγελος. Νομίζει πως ακόμα και αυτό είναι σκηνοθετημένο.

«Έκπληξη!!» ξαναφωνάζει ο Ηρακλής πιο δυνατά αυτή τη φορά.

Η σιωπή παραμένει. Χαμηλόφωνα ψιθυρίσματα ακούγονται μεταξύ των καλεσμένων και τα δευτερόλεπτα άρχισαν να κυλάνε κάπως αμήχανα.

«Έλα Νεφέλη μην κάνεις την δύσκολη» φώναξε κάποιος άλλος.

Ο Άγγελος δεν αντέχει άλλο και ανοίγει την τούρτα. Εκ πρώτης όψεως είναι άδεια αλλά στον πάτο της διακρίνεται ένα κομμάτι χαρτί.

«Τώρα αυτό το βρήκατε αστείο;» φωνάζει κάπως νευριασμένα και συγχρόνως σηκώνει το χαρτί, που τελικά θα αποδειχτεί ένα σημείωμα.

«Δεν έχω ιδέα τη συμβαίνει δικέ μου, ειλικρινά» απάντησε ο Ηρακλής. 

«Υποτίθεται πως θα ήταν εδώ μέσα και θα σου έκανε έκπληξη για τα γενέθλιά σου. Δεν ξέρω τι συμβαίνει».

Ο Άγγελος όμως δεν του είχε δώσει σημασία γιατί ήταν απορροφημένος διαβάζοντας το σημείωμα που έγραφε:

«Το παρόν είναι μια πολύ εύθραυστη κατάσταση. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να χάσεις την γη κάτω από τα πόδια σου

Υπογραφή: Κλωθώ

Ο Άγγελος έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο για το υπόλοιπο της νύχτας την Νεφέλη, αλλά αυτή άφαντη. Το πάρτυ συνεχίστηκε για μερικές ώρες ακόμα και όλοι πήγαν στα σπίτια τους. Ο Ηρακλής που έμεινε τελευταίος, πριν φύγει του είπε:
«Αν έχεις νέα της να με πάρεις τηλέφωνο να ηρεμήσω και εγώ. Εντάξει;» «Εντάξει» απάντησε και τον ξεπροβόδισε ως την εξώπορτα.
Εκείνο το βράδυ δεν κατάφερε να κλείσει μάτι. Δεν μπορούσε να καταλάβει το τι είχε συμβεί σήμερα και το άγχος του ήταν μεγάλο. Κατά τις έξι το πρωί όμως, ο Μορφέας πέρασε για μια μικρή επίσκεψη και του έκλεισε τα δύο βλέφαρα.

Η εξαφάνιση

Ανοίγοντας τα μάτια του το πρώτο που συνειδητοποίησε ήταν πως ήταν μόνος του. Η αριστερή μεριά που συνήθως ήταν γεμάτη και ζεστή κάθε φορά που ξυπνούσε, τώρα ήταν κρύα και άδεια. Αμέσως ξαναέπιασε το τηλέφωνό και κάλεσε την επαφή με το όνομα “Γυναικάρα μου”. Πλέον το κινητό της έδειχνε κλειστό. Συνέχισε καλώντας κοινούς φίλους και γνωστούς, ρωτώντας αν είχαν νέα της Νεφέλης χωρίς καμία τύχη. Καλώντας στο γραφείο που δούλευε ζήτησε να μιλήσει αυτοπροσώπως στον κ. Παπακώστα ο οποίος τον διαβεβαίωσε πως δεν παρευρέθηκε ούτε στο γραφείο χθες. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ περίεργα και έτσι αποφάσισε να καλέσει την αστυνομία. Ο αστυνομικός που το σήκωσε του είπε ότι πρέπει να περάσουν 48 ώρες για να μπορέσει να δηλώσει εξαφάνιση.

Αναστατωμένος ο Άγγελος αφήνει τα στοιχεία του, κλείνει το τηλέφωνο και κάθεται στην πολυθρόνα. Συλλογίζεται αν θα έπρεπε να ανησυχεί πραγματικά ή απλά η απάντηση βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε συγκυρίες και άτυχα γεγονότα. Φτιάχνει έναν καφέ για να ξυπνήσει, αν και ήταν ήδη τελείως ξύπνιος, και τρώει αποφάγια της χθεσινής βραδιάς για πρωινό. Ξάφνου εκεί που έχει χαθεί πάλι μέσα στις σκέψεις του ακούει τον ήχο του κουδουνιού. Ανοίγοντας την πόρτα αρχικά δεν βλέπει κανέναν. Λίγο πριν την κλείσει όμως το βλέμμα του πέφτει χαμηλά και αντικρίζει δύο κόκκινες γόβες. Τις σηκώνει και βλέπει το κεφαλαίο Ν στην δεξιά σόλα που συνήθιζε να χαράζει η Νεφέλη. Σαστισμένος ξανακοιτάει την άδεια γειτονιά και τελικά μπαίνει μέσα. Καθώς κάθεται πάλι στην πολυθρόνα του, διακρίνει ένα άσπρο χαρτί μέσα στην μία από τις δύο. Το βγάζει και το διαβάζει μεγαλόφωνα:

« Όσο και να ψάχνεις για την αλήθεια, η αλήθεια είναι πως τελικά σε βρίσκει πάντα πρώτη αυτή.»

Υπογραφή: Λάχεσις

Χωρίς δεύτερη σκέψη ξανακαλεί στο αστυνομικό τμήμα αλλά ο αστυνομικός του δίνει πάλι την ίδια απάντηση. Αυτή τη φορά ο Άγγελος πετάει το ασύρματο στον τοίχο που σπάει με έναν δυνατό ήχο.

Η επίσκεψη του ερευνητή

Οι απαραίτητες ώρες είχαν περάσει. Ο Άγγελος δεν είχε σηκώσει καμία κλήση γιατί δεν είχε απαντήσεις για τις ερωτήσεις που θα ακολουθούσαν. Το πρωινό ήταν μουντό και βροχερό σαν όλα τα άλλα αυτού του Μάρτη όταν η πόρτα χτύπησε. Αρχικά δίστασε να ανοίξει αλλά το έκανε. Στο κατώφλι στεκόντουσαν δύο αστυνομικοί που είχαν έρθει για να του πάρουν κατάθεση. Ο ένας έκανε τις ερωτήσεις κι ο άλλος σημείωνε σε ένα μικρό μπλοκάκι. Ο Άγγελος τους έδωσε τα δύο σημειώματα και τις γόβες για να ψάξουν για δακτυλικά αποτυπώματα και τους είπε τα πάντα με λεπτομέρειες. Με δάκρυα στα μάτια πια, τους φώναξε καθώς ήταν έτοιμοι να φύγουν:

«Είναι η γυναίκα της ζωής μου. Είναι ότι έχω και δεν έχω. Σας παρακαλώ κάντε ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να τη βρείτε!»
     
Το ίδιο απόγευμα τον επισκέφτηκε ένας κύριος με πολιτικά και ένα καπέλο το οποίο θα ταίριαζε καλύτερα σε μια πιο παλιά εποχή. Συστήθηκε ως ερευνητής Καραχάλης αλλά του ζήτησε να τον φωνάζει Μιχάλη.

«Έχω αναλάβει προσωπικά την υπόθεσή σας κύριε Κωσταντίνου».

«Άγγελε παρακαλώ»

«Όπως επιθυμείτε»

«Και στον ενικό αν γίνεται, θα ένιωθα πιο ωραία»

«Συμφωνώ απόλυτα. Όπως ήθελα να σας πω, ε συγνώμη, να σου πω, τα δύο σημειώματα δεν είχαν κανένα άλλο δαχτυλικό αποτύπωμα εκτός από το δικό σου. Οι γόβες επίσης. Αν και σε αυτές υπάρχουν δείγματα ότι μπορεί να αγγίχτηκαν με γάντια πρόσφατα. Δεν έχετε δεχτεί κάποιο τηλεφώνημα για λύτρα;»

Ο Άγγελος ξεροκατάπιε και έχασε για λίγο την γη κάτω από τα πόδια του. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα την σοβαρότητα της κατάστασης. Λύτρα; Απαγωγή; Κατάφερε όμως να ανταποκριθεί στην ερώτηση.

«Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγω να απαντήσω σε τηλεφωνήματα»

«Σας κάλεσε κάποιος απόρρητος αριθμός;»

«Όχι. Βασικά δεν είμαι σίγουρος. Μισό λεπτό να κοιτάξω»

Καθώς έψαχνε στις εισερχόμενες κλήσεις του κινητού του ο ερευνητής παρατήρησε το σπασμένο ασύρματο τηλέφωνο.

«Όχι δεν υπάρχει κανένας απόρρητος αριθμός. Μόνο φιλικά νούμερα»

«Μια χαρά. Έχεις εις γνώσης σου ότι το ασύρματο είναι σπασμένο σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα έτσι;»

«Ναι. Αυτό έγινε μετά το δεύτερο τηλεφώνημά μου στην αστυνομία» είπε με έναν ειρωνικό τόνο.

«Καταλαβαίνω» απάντησε χαμογελώντας.

«Μην ανησυχείς όμως. Αύριο πρωί – πρωί θα το φτιάξω» είπε και τώρα πια βρισκόταν στην ίδια κατάσταση σοκ που βρισκόταν και πριν λίγο. Καθώς ο Μιχάλης είδε ότι  δεν ήταν άλλο σε θέση να μιλήσει τον αποχαιρέτησε λέγοντάς του τα κλασικά λόγια που λένε σε τέτοιες περιστάσεις και ότι θα συνεχίσει τις έρευνες.

«Καλό σου βράδυ και κοίτα να έχεις συνέχεια το κινητό κοντά σου για να μπορούμε να σε βρούμε. Και μην ξεχάσεις να φτιάξεις το ασύρματο»

«Καληνύχτα» είπε και έκλεισε δυνατά την πόρτα.

Άκαρπες μέρες

Το σπίτι άρχισε να δείχνει επικίνδυνα μικρό. Οι επόμενες μέρες έβρισκαν τον Άγγελο ένα κινούμενο ερείπιο. Τα βράδια έπινε συνέχεια μέχρι να λιποθυμήσει από το αλκοόλ κι ας μην είχε πιει ποτέ πάνω από μία μπύρα στη ζωή του. Τα μάτια του πια είχαν στερέψει από τα δάκρυα, όμως ακόμα έκλαιγε. Η Νεφέλη βρισκόταν στη ζωή του μέχρι εκεί που μπορούσε να θυμηθεί. Παιδική φίλη, συμμαθήτρια, ο πρώτος έρωτας, η γυναίκα της ζωής του. Μιας ζωής που έκανε όνειρα και φιλοδοξίες με βασικό παράγοντα αυτήν. Ο μεγαλύτερος του φόβος ήταν να μείνει μόνος του. Ήταν κάτι τόσο ξένο πλέον. Προσπαθούσε συνέχεια να μην σκέφτεται τα χειρότερα, αλλά πότε το κατάφερε κανείς αυτό;

Οι μέρες είχαν περάσει και ο ερευνητής Καραχάλης είχε μιλήσει με όλους όσους είχαν σχέση με το ζευγάρι. Στενούς φίλους, συγγενείς, εργασιακό περιβάλλον, μαγαζιά που σύχναζαν, οπουδήποτε είχαν πατήσει ποτέ το πόδι του ή είχαν πει μια κουβέντα. Τίποτα. Η Νεφέλη είχε απλά εξαφανιστεί από προσώπου γης χωρίς κανένα ίχνος πίσω της.

Ο Ηρακλής έκανε συχνές επισκέψεις στο σπίτι του Άγγελου για υποστήριξη και για να του φέρνει φαί. Προσπαθούσε να τον ηρεμήσει δίνοντάς του κουράγιο. Οι στιγμές ήταν δύσκολες και το κατανοούσε απόλυτα. Αγαπούσε και αυτός την Νεφέλη πάρα πολύ. Μάλιστα ήταν ερωτευμένος μαζί της στο λύκειο αλλά εκείνη την εποχή την είχε προλάβει ο κολλητός του. Τον είχε αναστατώσει πολύ αυτό το γεγονός αλλά έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τότε. Έχει παραμείνει στενός φίλος και των δυο, που μάλιστα προοριζόταν και για κουμπάρος τους πριν τα τελευταία δυσάρεστα γεγονότα.

Μία από αυτές τις μέρες που βρισκόταν στο σπίτι του Άγγελου κάποιος χτύπησε τη πόρτα. Ήταν ο ερευνητής. Ο Ηρακλής αμέσως πετάγεται σχεδόν τρομαγμένος και του λέει:

«Εγώ καλύτερα να πηγαίνω. Να σας αφήσω να τα πείτε με την ησυχία σας»

«Δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα να βρίσκεσαι εδώ. Ίσα – ίσα που θα νιώθω καλύτερα» του απαντάει.

«Όχι – όχι, επιμένω. Θα είναι καλύτερα να είστε οι δυο σας. Να θα φύγω και από την πίσω πόρτα της κουζίνας για να μην ενοχλήσω. Λοιπόν φιλαράκι, ελπίζω να έχεις καλά νέα»

Πριν προλάβει να απαντήσει, ο Ηρακλής του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και εξαφανίστηκε.

                     Ο χαμένος κρίκος

Ο Άγγελος καλωσόρισε τον ερευνητή και του πρόσφερε μία πορτοκαλάδα. Είχαν περάσει τέσσερις μέρες από την τελευταία του επίσκεψη και πίστευε ότι έχει να του πει πολλά. Αρχίζοντας ο Μιχάλης είπε:

«Θέλω να ξέρεις ότι κάνουμε τα πάντα για να βγάλουμε μία άκρη»

-σιωπή-

«Έχω μιλήσει με όλη τη στενή παρέα της Νεφέλης. Με όλο το γραφείο που δούλευε. Με όλη την γειτονιά σας. Τον φούρναρη, τον μπακάλη, το mini market στη γωνία. Επισκέφτηκα το γυμναστήριο της και επίσης τη σχολή στην οποία έκανε μαθήματα φωνητικής. Για να μην στα πολυλογώ, έχω μιλήσει με όλους. Ακόμα και με άτομα που μπορεί να έχει πει ένα απλό καλημέρα. Κανείς δεν έχε αντιληφθεί τίποτα περίεργο. Οι περισσότεροι κιόλας την είχαν συναντήσει και την ημέρα πριν τις 8 Μαρτίου. Την ημέρα που πήρες το πρώτο τηλέφωνο στην αστυνομία και αν δεν κάνω λάθος την ημέρα μετά τα γενέθλια σου»

«Ακριβώς» απάντησε συγκαταβατικά ο Άγγελος.

«Έχουμε βάλει άτομα της ασφάλειας να κάνουν τον γύρω της γειτονιάς τρεις με τέσσερις φορές την μέρα, μήπως και αντιληφθούν καμιά περίεργη κίνηση»

«Ναι»

«Τίποτα. Τα πάντα κυλούν φυσιολογικά. Είναι σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Έχω να σου πω ότι είναι μία από τις πιο δύσκολες υποθέσεις που έχω αναλάβει. Τα μόνα στοιχεία είναι δύο ακαταλαβίστικα σημειώματα και ένα ζευγάρι γόβες χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα»
     
Η ώρα είχε περάσει και οι δύο άντρες ήταν ακόμα καθισμένοι στις ίδιες θέσεις. Το ρολόι έδειχνε 11 το βράδυ.

«Νομίζω ήρθε η ώρα να φύγω και εγώ» είπε ο ερευνητής.

«Ναι. Θα ήταν καλή στιγμή να κοιμηθώ, αν μπορέσω δηλαδή, γιατί αύριο έχει κανονίσει ο Ηρακλής να πάμε μία βόλτα το πρωί. Για να βγω λίγο έξω από το σπίτι»

«Ο Ηρακλής;» ρωτάει έκπληκτα ο Μιχάλης.

«Ναι, ο κολλητός μου»

«Μου δίνεις την διεύθυνσή του σε παρακαλώ; Δεν ξέρω πως συνέβη αυτό αλλά νομίζω πως είναι ο μόνος που δεν έχω μιλήσει ακόμα. Πως και δεν τον αναφέρατε ξανά σε κάποια άλλη μας συνάντηση;»

«Τι να σας πω. Είναι ο κολλητός μου τα τελευταία είκοσι χρόνια και εξάλλου πίστευα ότι.. Δεν νομίζω να πηγαίνει το μυαλό σας κάπου;»
Ο πληθυντικός είχε επανέλθει για κάποιο περίεργο λόγο.

«Όχι, όχι. Αλλά καλό θα ήταν να αναβάλλεται την συνάντησή σας για αύριο. Θα περάσω πρωί – πρωί από το σπίτι του για να τα πούμε»

«Έγινε»

«Επίσης παρατήρησα ότι το ασύρματο τηλέφωνο είναι ακόμα σπασμένο. Κατανοώ την κατάστασή σας αλλά μην το αναβάλλεται άλλο. Μπορεί να έχουμε κανένα ενδιαφέρων τηλεφώνημα. Καλό σας βράδυ»

Ο μεγαλύτερος μας φόβος

    Στις 7 το πρωί και ενώ ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα τελείως, ο ερευνητής Μιχάλης ήταν ήδη στην πόρτα του Ηρακλή. Χτύπησε τέσσερις φορές αλλά δεν άνοιξε κανείς. Αμέσως πήρε τηλέφωνο στα κεντρικά για να βγάλουν ένταλμα έρευνας για το σπίτι και ζήτησε ενισχύσεις. Μετά από είκοσι λεπτά, πέντε περιπολικά και δέκα αστυνομικοί εμφανίστηκαν στη γειτονιά. Ένας από αυτούς έσπασε την πόρτα και όρμησαν μέσα. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν ανατριχιαστικό. Ο Ηρακλής μαχαιρωμένος σε 6 σημεία με μια σκισμένη φωτογραφία στο ματωμένο στέρνο του. Ο ερευνητής σκύβει και την σηκώνει. Αποθανατίζει τον νεκρό άνθρωπο που κείτεται μπροστά του να φιλάει ένα άλλο στόμα, σε ένα μέρος που έμοιαζε για πάρκο. Δίνει εντολή να ψάξουνε όλο το σπίτι προσεχτικά ενώ αυτός κατευθύνεται προς τον κήπο. Καθώς προσπαθεί να βάλει τα γεγονότα σε μια σειρά βλέπει στην γωνία ένα φτυάρι καρφωμένο σε ένα σημείο με μαλακό χώμα. Μια αστραπιαία σκέψη περνάει από το μυαλό του και αμέσως, πριν καν ο ίδιος το καταλάβει, αρχίζει και σκάβει γρήγορα εκείνο το σημείο. Δεν περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και βρίσκει το πτώμα της Νεφέλης. Καρφωμένη με μια καρφίτσα στο στήθος της υπάρχει μια σκισμένη φωτογραφία. Είναι το πρόσωπο της ελαφρώς σκυφτό με φόντο ένα πάρκο. Βγάζει το άλλο μισό της φωτογραφίας από την τσέπη του και ενώνει τα δύο κομμάτια.

Με αναμμένες τις σειρήνες, τα περιπολικά κατευθύνονται προς το σπίτι του  Άγγελου. Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη και από μέσα ακούγεται το τραγούδι “Πίσω δεν γυρνάω” των Active Member. Ο ερευνητής Μιχάλης αυτή τη φορά μπαίνει πρώτος και αντικρίζει τον Άγγελο κρεμασμένο από ένα σχοινί στη μέση του σαλονιού του. Όσο οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να τον κατεβάσουν παρατηρεί ότι τώρα το ασύρματο τηλέφωνο είναι πια φτιαγμένο και στην θέση του, και ότι ανάβει το κόκκινο λαμπάκι του τηλεφωνητή. Πατάει το play και ακούει με την φωνή του Άγγελου:

«Όλοι νομίζουμε πως γνωρίζουμε τον μεγαλύτερό μας φόβο. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Κανείς δεν τον γνωρίζει. Είναι ξένος για όλους τους ανθρώπους και γίνεται γνωστός εκεί που δεν τον περιμένεις και όταν είναι πια αργά. Ο δικός μου αποδείχθηκε ότι είναι, το να έρθει κάποιος στη ζωή σου και να σου κόψει το νήμα της λογικής.»

Υπογραφή: Άτροπος

Ένα υπέροχο καλοκαίρι

Ανοίγεις τα μάτια σου. Τα πάντα γύρω θολά και σκοτεινά.

Σηκώνεσαι. Δεν χρειάζεται να πλυθείς για να ξυπνήσεις γιατί σήμερα είσαι αποφασισμένος για την αλλαγή. Φοράς τα ρούχα σου, ένα ξεβαμμένο από τον καιρό τζιν και το μαύρο σου φούτερ. Αποφασίζεις να πιάσεις την κιθάρα σου και να παίξεις δυο – τρεις συγχορδίες έτσι για το καλημέρα. Η κιθάρα είναι ξεκούρδιστη αλλά σήμερα δεν θα σε πτοήσει τίποτα. 
     
Αποφασίζεις να βάλεις όλα τα πράγματα στη θέση τους. Να φτιάξεις την ζωή σου όπως ακριβώς την θέλεις εσύ. Έτσι κάνεις την αρχή, απλά με το να εκφράζεσαι πλέον όπως ακριβώς νιώθεις. Προφανώς όμως αυτό δεν το εκτιμάει κανείς. Οι φίλοι σου αρχίζουν και απομακρύνονται από κοντά σου, γιατί νομίζουν πως σου έχει στρίψει. Ζούνε βλέπεις τόσα χρόνια μέσα στο βυθό μιας θάλασσας από ψέματα, μίσος και φθόνο, που οτιδήποτε έξω από αυτά τα καλούπια τους φαίνεται ξένο. Θλίβεσαι που βλέπεις τους ανθρώπους που τόσο καιρό αγαπούσες, να είναι ίδιοι και αυτοί με τον χαρακτήρα που μισείς.
     
Σκέφτεσαι ότι μπορεί να είναι κάτι παροδικό όλο αυτό που τους συμβαίνει, γι’ αυτό τους αφήνεις στην ησυχία τους και συνεχίζεις απευθυνόμενος στην οικογένειά σου. Αντιμετωπίζουν όμως τα ίδια ακριβώς συμπτώματα με τους υπόλοιπους. Σε κοιτάνε λες και βλέπουν ένα σιχαμερό πλάσμα μπροστά τους. Τα λόγια που βγαίνουν από μέσα σου είναι ένας χείμαρρος ειλικρίνειας αλλά κανείς δεν φαίνεται να το επιβραβεύει.  Βάζεις τα κλάματα και φεύγεις.
     
Αναρωτιέσαι πως είναι δυνατόν να μην σε καταλαβαίνει κανείς; Πως τα κατάφερε η αλήθεια σου και έγινε αντικείμενο μίσους και χλευασμού από τον περίγυρο σου; Σφίγγεις τα δόντια και τις γροθιές σου, ανοίγεις διάπλατα τα μάτια σου και με μία κραυγή αποφασίζεις ότι θα το πας μέχρι τέλους.
     
Βγαίνεις στους δρόμους ζητώντας τα βασικά. Ψωμί, παιδεία και ελευθερία. Κάτι που τελικά κερδήθηκε για πολύ λίγο. Αγωνίζεσαι. Στην πορεία σου βλέπεις κόσμο να πεινάει. Βλέπεις άστεγους στα βρώμικα στενά της Αθήνας να κοιμούνται πάνω σε κούτες. Βλέπεις ότι άνθρωποι πεθαίνουν γιατί απλά δεν υπάρχουν κρεβάτια στα νοσοκομεία. Βλέπεις την παιδεία να καταντάει τον μικρό σου αδερφό ένα ρομποτάκι με παρωπίδες. Πεισμώνεις. Λες δεν πάει άλλο. Συνεχίζεις να μάχεσαι αποφασισμένος και ακάθεκτος. Βλέπεις ότι πολύς κόσμος έχεις τα ίδια πιστεύω με εσένα. Ίσως αυτή να είναι η στιγμή που θα κερδίσετε επιτέλους. Η ώρα δείχνει μηδέν την ώρα που βρίσκεσαι στο αποκορύφωμα του αγώνα σου για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή γεμάτη αγάπη και σεβασμό. Γυρνάς το κεφάλι σου και τι να δεις…
     
Το ημερολόγιο γράφει μήνα Αύγουστο. Μάλλον πρέπει να σταματήσεις αυτό που κάνεις. Άλλωστε έχει πολύ ζέστη. Αποφασίζεις πως είναι καλύτερο να πας στην παραλία και το βράδυ σε κάποιο μαγαζί νυχτερινής διασκέδασης. Καλύτερα έτσι. Τώρα τουλάχιστον οι φίλοι σου και η οικογένειά σου θα σου μιλάνε όπως πριν. Το καλοκαίρι τελειώνει.

Ανοίγεις τα μάτια σου. Τα πάντα γύρω θολά και σκοτεινά. 

Συνεχίζω να βαδίζω

     Τα βήματά μου αν και βαριά, ούτε που ακούγονται στο γεμάτο από ηχορύπανση κέντρο της Αθήνας. Νιώθω λίγη ζάλη και δεν θυμάμαι πως και γιατί βρίσκομαι εδώ. Είναι καλοκαίρι και ο δρόμος κάτω από τα σκισμένα μου παπούτσια μοιάζει σαν λάβα. Η πλατεία μπροστά από τον σταθμό δεσπόζει σαν ένα μεγάλο λιμάνι με σαπιοκάραβα . Υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι που κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις πάντα με το βλέμμα χαμηλά. Οι κράχτες βρίσκονται σχεδόν παντού, χαρίζοντας κομπλιμέντα στους περαστικούς μπας και ψαρέψουν κάποια αγορά και τύποι με “επικίνδυνο” για την εποχή παρουσιαστικό ζητιανεύουν τσιγάρα. Κόσμος έρχεται, κόσμος φεύγει. Με μια πρώτη ματιά όλα δείχνουν φυσιολογικά. Είμαι λίγο μπερδεμένος αλλά αρχίζω να βαδίζω.

Αποφασίζοντας να κάνω έναν περίπατο αφού καλώς η κακώς βρίσκομαι εδώ, αμέσως σηκώνω το κεφάλι μου για να παρατηρήσω τους ανθρώπους. Είναι μια μηχανική κίνηση που την κάνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αυτό που αντικρίζω είναι φοβερό. Πρόσωπα δίχως όνομα, άτονα και με κατάθλιψη στο βλέμμα. Τους βλέπω να περπατάνε άσκοπα, σαν νεκροί μέσα στην πόλη. Κινούμενα όντα χωρίς προορισμό. Έχω την εντύπωση ότι οι περισσότεροι σήμερα, εκτός από τον χρυσό τους, έχουν πουλήσει και τα όνειρά τους. Τόσο ανθρώπινοι μα συγχρόνως τόσο άδειοι σαν φαντάσματα. Περιβάλλονται από ένα σύννεφο αρνητικότητας και θλίψης. Νιώθω λες και δεν τους βλέπω ολοκληρωμένους, σαν κάτι να τους λείπει. Θλίβομαι αλλά συνεχίζω να βαδίζω.
     
   Λίγο πιο κάτω σε μια πλατεία, εκεί που άλλοτε έβλεπε κανείς πολλών ειδών δραστηριότητες από νέους, τώρα τους βλέπω όλους ντυμένους με ρούχα φανταχτερά και όλοι ασχολούνται με τα έξυπνα κινητά τους. Στέκομαι για περίπου δέκα λεπτά κοντά στο σημείο, αλλά δεν βλέπω κανείς να αλλάζει μια κουβέντα με τον διπλανό. Τα πελώρια καπέλα που φορούν, κρύβουν τα πρόσωπα τους έτσι όπως είναι σκυμμένοι και γι’ αυτό αναγκάζομαι να πάω πιο κοντά. Εστιάζω στα μάτια τους και αντικρίζω φόβο. Έναν φόβο πού όσο μεγάλος είναι, άλλο τόσο είναι και απροσδιόριστος. Γιατί νεαροί σαν κι αυτούς να είναι σχεδόν τρομοκρατημένοι; Φαίνεται πως τα έχουν όλα. Είμαι πολύ μπερδεμένος. Πολλές φορές έχω νιώσει στενάχωρα παρατηρώντας ανθρώπους που κάτι κακό έχει φυτρώσει στη καρδιά τους. Άλλες φορές από το βλέμμα τους, άλλες από τον τρόπο που μιλάνε ή και πολλές φορές ακόμα από την στάση του σώματός τους. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Βλέπω όντως κάτι να λείπει από όλους αυτούς. Κάτι που χωρίς αυτό δεν μπορούν να μαζέψουν δυνάμεις και να γκρεμίσουν τους εφιάλτες τους. Κάτι λείπει. Κάτι βασικό. Ίσως όλα αυτά που βλέπω να είναι ιδέα μου. Ίσως όχι. Προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη αυτά που συμβαίνουν στο κεφάλι μου και συνεχίζω να βαδίζω.
     
   Συνεχίζοντας το περίεργο ταξίδι μου για σήμερα, αντιλαμβάνομαι πως η λιακάδα που δέσποζε πριν από λίγο, τώρα έχει μετατραπεί σε μία επιβλητική συννεφιά. Σκέφτομαι πως οι πρώτες στάλες δεν θα αργήσουν να έρθουν. Τι με πειράζει όμως; Κανείς από όλους αυτούς δεν νοιάζεται αν θα βρέξει ή όχι. Είναι όλοι τους χαμένοι στην ηδονή που προσφέρει η κενότητα που βιώνουν. Πως είναι δυνατόν να ζουν έτσι; Κανείς δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί την σοβαρότητα της κατάστασης. Μόνο εγώ βλέπω όλο αυτό το σκοτάδι γύρω μου; Χάνομαι στη λήθη μου και συνεχίζω να βαδίζω.

Εκείνη την στιγμή νιώθω ένα ελαφρύ σκούντημα στον ώμο και αμέσως χάνω την ροή των σκέψεών μου. Συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι κάτω από ένα καταπράσινο δέντρο και δίπλα μου κάθετε ένας γέρος με πολύ συμπαθητικό πρόσωπο. Περιμένω να μου πει κάτι αλλά απλώς μου χαμογελάει. Του λέω καλημέρα αλλά το μόνο που κάνει είναι να μου δείξει το στόμα του και να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. Του ανταποδίδω το αρχικό του χαμόγελο. Αμέσως βγάζει ένα μπλε μπλοκάκι από την τσέπη του και με ένα μολύβι που έχει τοποθετημένο στο δεξί του αυτί αρχίζει και γράφει κάτι. Εγώ μετά από όλα αυτά, δεν έχω διάθεση να συνεχίσω τον δρόμο μου. Δεν θέλω να αντικρίσω κι άλλα άδεια πρόσωπα κι έτσι επαναπαύομαι σε αυτό το σημείο για να απολαύσω λίγο το καθαρό οξυγόνο. Ύστερα από μερικά λεπτά, ο γέρος κόβει την σελίδα που έγραφε και μου την δίνει. Έκπληκτος αρχίζω και διαβάζω:


«Βλέπω στα μάτια σου την ίδια θλίψη που κυρίευε και τα δικά μου κάποτε, και καταλαβαίνω πως δεν είναι αυτού του είδους που έχουν όλοι στις μέρες μας. Είναι επειδή έχεις δει τον κόσμο και κατάλαβες ότι κάτι του λείπει»


Έκπληκτος και αποσβολωμένος κοίταξα τον γέρο ο οποίος μου έκανε νόημα να συνεχίσω.
     «Ίσως να με περάσεις για τρελό αλλά δεν νομίζω ότι αυτό θα ήταν του χαρακτήρα σου. Όπως θα έχεις καταλάβει ήδη, αυτό που λείπει από τους ανθρώπους είναι κάτι βασικό και απαραίτητο. Βλέπω όμως ότι μέσα σου υπάρχει δυνατό σαν φλόγα. Κάθε ώρα και στιγμή ετοιμοπόλεμο να διώξει το σκοτάδι από το μυαλό και την καρδιά σου»
Ξανακοιτάω αυτή τη φορά με μία δόση αγαλλίασης τον γέρο που δεν έχει σταματήσει να έχει ζωγραφισμένο στα χείλη του αυτό το υπέροχο χαμόγελο.
     
«Αυτό όμως που σου διαφεύγει είναι ότι πρέπει να το μοιράσεις παντού. Σε όλους αυτούς που το έχουν χάσει ή και που δεν το απέκτησαν ποτέ. Με ποιον τρόπο; Αυτό θα το αποφασίσεις ο ίδιος»

Ξαναδιαβάζω μία ακόμα φορά ολόκληρο το σημείωμα μήπως και μου έχει διαφύγει κάτι και αμέσως, σχεδόν φωνάζοντας, ρωτάω:
     
«Τι είναι αυτό που λείπει;»

Ο γέρος σηκώνει το χέρι του και δείχνει προς έναν τοίχο απέναντί μας. Γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω ένα ανθρωπάκι ντυμένο στα μαύρα και με κουκούλα, που κρατάει ένα σπρέι. Πηγαίνει προς τον τοίχο και με μεγάλα κεφαλαία γράμματα γράφει κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Γυρνάει το μικρό του κεφάλι και βλέπω ένα υπέροχο πρόσωπο μικρού κοριτσιού, με ολόχρυσα μαλλιά και μάτια από κεχριμπάρι. Μου χαμογελάει και φεύγει τρέχοντας. Ο γέρος δίπλα μου έχει εξαφανιστεί, μα το σημείωμα βρίσκεται ακόμα στα χέρια μου. Σηκώνομαι και συνεχίζω να βαδίζω.


Ήρθε η στιγμή λοιπόν, που τις λέξεις μου πλάθω. Μην με ρωτάτε το γιατί, γιατί ήδη νομίζω πως ξέρετε. Πιάνω την πένα μου βάζοντας ένα σκοπό, όπως κι εκείνο το πανέμορφο κοριτσάκι. Να γράψω μέσα στη ψυχή σας με κεφαλαία γράμματα: ΕΛΠΙΔΑ!