Το
πάρτυ
Φώτα. Φώτα
παντού. Η μουσική έπαιζε στη διαπασών και οι φωνές από στενούς φίλους και
συγγενείς έδιναν και έπαιρναν. Ήταν ένα κρύο βράδυ του Μάρτη και ο Άγγελος είχε
τα γενέθλιά του. Σήμερα έκλεινε τα 27. Στο σαλόνι του σπιτιού του είχε στηθεί
ένα σωστό γλέντι με χορούς, ποτά και αγκαλιές. Η μέρα για αυτόν ήταν χαρούμενη
και λίγο στενάχωρη συνάμα, γιατί θα έλειπε η αρραβωνιαστικιά του η Νεφέλη από
αυτό το κατά τα άλλα χαρμόσυνο γεγονός. Βλέπετε δουλεύει σε ένα δικηγορικό
γραφείο στο κέντρο την Αθήνας και αυτή τη περίοδο ο κύριος Παπακώστας,
δικηγόρος και αφεντικό της Νεφέλης, έχει αναλάβει μια πολύ σπουδαία υπόθεση.
Έτσι όπως ήταν φυσικό όλο το γραφείο έκανε υπερωρίες. Αυτή η βραδιά δεν θα ήταν
εξαίρεση για κανέναν τους.
Τα
φώτα σβήνουν. Η μουσική σταματάει. Ο κολλητός του Άγγελου, ο Ηρακλής, που είχε
χαθεί για μερικά λεπτά, βγαίνει τώρα από τη κουζίνα σέρνοντας ένα καροτσάκι με
μια τεράστια τούρτα πάνω του. Από αυτού του είδους τις τούρτες που βλέπει
κανείς στις ταινίες. Τόσο μεγάλες που φαίνονται σχεδόν ψεύτικες και που συνήθως
είναι ψεύτικες. Από τη στιγμή που όλοι άρχισαν να τραγουδάνε το εορταστικό
τραγούδι, ο Άγγελος δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται την πιθανότητα να
είναι εκεί μέσα η αγαπημένη του. Η γυναίκα που τόσο αγαπάει και που της είχε κάνει
πρόταση γάμου πριν από μια εβδομάδα. Γυρνάει αμέσως σε μία φίλη του, που
στεκόταν δίπλα και ρωτάει με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του:
«Η τούρτα δεν είναι αληθινή έτσι;»
Η γυναίκα απλά τον κοιτάει με ένα
βλέμμα χαράς μην μπορώντας να κρύψει το αυτονόητο. Δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Ο
Άγγελος τα έχει καταλάβει όλα. Την ώρα που σχεδόν είχε τελειώσει το τραγούδι, ο
Ηρακλής στεκόταν ήδη με την τούρτα στην μέση του σαλονιού όπου βρισκόντουσαν
όλοι. Το τραγούδι τελειώνει μετά από ένα πολύ βασανιστικά αργό λεπτό για τον Άγγελο.
«… και όλοι να λένε να ένας σοφός!»
Σβήνει τα κεριά με σβελτάδα
ευχόμενος να τυλίξει την Νεφέλη στην αγκαλιά του. Τα φώτα ξανανοίγουν και όλοι
ξαφνικά - και όχι προς έκπληξή δική του – φωνάζουν:
«ΕΚΠΛΗΞΗ!»
Σιωπή.
Οι πάντες κοιτάνε με ένα βλέμμα απορίας
προς την τούρτα. Όχι όμως ο Άγγελος. Νομίζει πως ακόμα και αυτό είναι
σκηνοθετημένο.
«Έκπληξη!!» ξαναφωνάζει ο Ηρακλής
πιο δυνατά αυτή τη φορά.
Η σιωπή παραμένει. Χαμηλόφωνα
ψιθυρίσματα ακούγονται μεταξύ των καλεσμένων και τα δευτερόλεπτα άρχισαν να
κυλάνε κάπως αμήχανα.
«Έλα Νεφέλη μην κάνεις την δύσκολη»
φώναξε κάποιος άλλος.
Ο Άγγελος δεν αντέχει άλλο και
ανοίγει την τούρτα. Εκ πρώτης όψεως είναι άδεια αλλά στον πάτο της διακρίνεται
ένα κομμάτι χαρτί.
«Τώρα αυτό το βρήκατε αστείο;»
φωνάζει κάπως νευριασμένα και συγχρόνως σηκώνει το χαρτί, που τελικά θα
αποδειχτεί ένα σημείωμα.
«Δεν έχω ιδέα τη συμβαίνει δικέ
μου, ειλικρινά» απάντησε ο Ηρακλής.
«Υποτίθεται πως θα ήταν εδώ μέσα και θα σου
έκανε έκπληξη για τα γενέθλιά σου. Δεν ξέρω τι συμβαίνει».
Ο Άγγελος όμως δεν του είχε δώσει
σημασία γιατί ήταν απορροφημένος διαβάζοντας το σημείωμα που έγραφε:
«Το παρόν είναι μια πολύ εύθραυστη κατάσταση. Από στιγμή σε στιγμή
μπορεί να χάσεις την γη κάτω από τα πόδια σου.»
Υπογραφή: Κλωθώ
Ο Άγγελος
έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο για το υπόλοιπο της νύχτας την Νεφέλη, αλλά αυτή
άφαντη. Το πάρτυ συνεχίστηκε για μερικές ώρες ακόμα και όλοι πήγαν στα σπίτια
τους. Ο Ηρακλής που έμεινε τελευταίος, πριν φύγει του είπε:
«Αν έχεις νέα της να με πάρεις
τηλέφωνο να ηρεμήσω και εγώ. Εντάξει;» «Εντάξει» απάντησε και τον ξεπροβόδισε
ως την εξώπορτα.
Εκείνο το βράδυ δεν κατάφερε να
κλείσει μάτι. Δεν μπορούσε να καταλάβει το τι είχε συμβεί σήμερα και το άγχος
του ήταν μεγάλο. Κατά τις έξι το πρωί όμως, ο Μορφέας πέρασε για μια μικρή
επίσκεψη και του έκλεισε τα δύο βλέφαρα.
Η
εξαφάνιση
Ανοίγοντας
τα μάτια του το πρώτο που συνειδητοποίησε ήταν πως ήταν μόνος του. Η αριστερή
μεριά που συνήθως ήταν γεμάτη και ζεστή κάθε φορά που ξυπνούσε, τώρα ήταν κρύα
και άδεια. Αμέσως ξαναέπιασε το τηλέφωνό και κάλεσε την επαφή με το όνομα
“Γυναικάρα μου”. Πλέον το κινητό της έδειχνε κλειστό. Συνέχισε καλώντας κοινούς
φίλους και γνωστούς, ρωτώντας αν είχαν νέα της Νεφέλης χωρίς καμία τύχη.
Καλώντας στο γραφείο που δούλευε ζήτησε να μιλήσει αυτοπροσώπως στον κ.
Παπακώστα ο οποίος τον διαβεβαίωσε πως δεν παρευρέθηκε ούτε στο γραφείο χθες.
Τα πράγματα είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ περίεργα και έτσι αποφάσισε να
καλέσει την αστυνομία. Ο αστυνομικός που το σήκωσε του είπε ότι πρέπει να
περάσουν 48 ώρες για να μπορέσει να δηλώσει εξαφάνιση.
Αναστατωμένος
ο Άγγελος αφήνει τα στοιχεία του, κλείνει το τηλέφωνο και κάθεται στην
πολυθρόνα. Συλλογίζεται αν θα έπρεπε να ανησυχεί πραγματικά ή απλά η απάντηση
βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε συγκυρίες και άτυχα γεγονότα. Φτιάχνει έναν καφέ για
να ξυπνήσει, αν και ήταν ήδη τελείως ξύπνιος, και τρώει αποφάγια της χθεσινής
βραδιάς για πρωινό. Ξάφνου εκεί που έχει χαθεί πάλι μέσα στις σκέψεις του
ακούει τον ήχο του κουδουνιού. Ανοίγοντας την πόρτα αρχικά δεν βλέπει κανέναν.
Λίγο πριν την κλείσει όμως το βλέμμα του πέφτει χαμηλά και αντικρίζει δύο
κόκκινες γόβες. Τις σηκώνει και βλέπει το κεφαλαίο Ν στην δεξιά σόλα που
συνήθιζε να χαράζει η Νεφέλη. Σαστισμένος ξανακοιτάει την άδεια γειτονιά και
τελικά μπαίνει μέσα. Καθώς κάθεται πάλι στην πολυθρόνα του, διακρίνει ένα άσπρο
χαρτί μέσα στην μία από τις δύο. Το βγάζει και το διαβάζει μεγαλόφωνα:
« Όσο και να ψάχνεις για την αλήθεια, η αλήθεια είναι πως τελικά σε
βρίσκει πάντα πρώτη αυτή.»
Υπογραφή: Λάχεσις
Χωρίς δεύτερη σκέψη ξανακαλεί στο
αστυνομικό τμήμα αλλά ο αστυνομικός του δίνει πάλι την ίδια απάντηση. Αυτή τη
φορά ο Άγγελος πετάει το ασύρματο στον τοίχο που σπάει με έναν δυνατό ήχο.
Η
επίσκεψη του ερευνητή
Οι
απαραίτητες ώρες είχαν περάσει. Ο Άγγελος δεν είχε σηκώσει καμία κλήση γιατί
δεν είχε απαντήσεις για τις ερωτήσεις που θα ακολουθούσαν. Το πρωινό ήταν
μουντό και βροχερό σαν όλα τα άλλα αυτού του Μάρτη όταν η πόρτα χτύπησε. Αρχικά
δίστασε να ανοίξει αλλά το έκανε. Στο κατώφλι στεκόντουσαν δύο αστυνομικοί που
είχαν έρθει για να του πάρουν κατάθεση. Ο ένας έκανε τις ερωτήσεις κι ο άλλος
σημείωνε σε ένα μικρό μπλοκάκι. Ο Άγγελος τους έδωσε τα δύο σημειώματα και τις
γόβες για να ψάξουν για δακτυλικά αποτυπώματα και τους είπε τα πάντα με
λεπτομέρειες. Με δάκρυα στα μάτια πια, τους φώναξε καθώς ήταν έτοιμοι να φύγουν:
«Είναι η γυναίκα της ζωής μου.
Είναι ότι έχω και δεν έχω. Σας παρακαλώ κάντε ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό για
να τη βρείτε!»
Το
ίδιο απόγευμα τον επισκέφτηκε ένας κύριος με πολιτικά και ένα καπέλο το οποίο
θα ταίριαζε καλύτερα σε μια πιο παλιά εποχή. Συστήθηκε ως ερευνητής Καραχάλης
αλλά του ζήτησε να τον φωνάζει Μιχάλη.
«Έχω αναλάβει προσωπικά την υπόθεσή
σας κύριε Κωσταντίνου».
«Άγγελε παρακαλώ»
«Όπως επιθυμείτε»
«Και στον ενικό αν γίνεται, θα
ένιωθα πιο ωραία»
«Συμφωνώ απόλυτα. Όπως ήθελα να σας
πω, ε συγνώμη, να σου πω, τα δύο σημειώματα δεν είχαν κανένα άλλο δαχτυλικό
αποτύπωμα εκτός από το δικό σου. Οι γόβες επίσης. Αν και σε αυτές υπάρχουν
δείγματα ότι μπορεί να αγγίχτηκαν με γάντια πρόσφατα. Δεν έχετε δεχτεί κάποιο
τηλεφώνημα για λύτρα;»
Ο Άγγελος ξεροκατάπιε και έχασε για
λίγο την γη κάτω από τα πόδια του. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα την
σοβαρότητα της κατάστασης. Λύτρα; Απαγωγή; Κατάφερε όμως να ανταποκριθεί στην
ερώτηση.
«Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγω να
απαντήσω σε τηλεφωνήματα»
«Σας κάλεσε κάποιος απόρρητος
αριθμός;»
«Όχι. Βασικά δεν είμαι σίγουρος.
Μισό λεπτό να κοιτάξω»
Καθώς έψαχνε στις εισερχόμενες κλήσεις
του κινητού του ο ερευνητής παρατήρησε το σπασμένο ασύρματο τηλέφωνο.
«Όχι δεν υπάρχει κανένας απόρρητος
αριθμός. Μόνο φιλικά νούμερα»
«Μια χαρά. Έχεις εις γνώσης σου ότι
το ασύρματο είναι σπασμένο σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα έτσι;»
«Ναι. Αυτό έγινε μετά το δεύτερο
τηλεφώνημά μου στην αστυνομία» είπε με έναν ειρωνικό τόνο.
«Καταλαβαίνω» απάντησε
χαμογελώντας.
«Μην ανησυχείς όμως. Αύριο πρωί –
πρωί θα το φτιάξω» είπε και τώρα πια βρισκόταν στην ίδια κατάσταση σοκ που
βρισκόταν και πριν λίγο. Καθώς ο Μιχάλης είδε ότι δεν ήταν άλλο σε θέση να μιλήσει τον
αποχαιρέτησε λέγοντάς του τα κλασικά λόγια που λένε σε τέτοιες περιστάσεις και
ότι θα συνεχίσει τις έρευνες.
«Καλό σου βράδυ και κοίτα να έχεις
συνέχεια το κινητό κοντά σου για να μπορούμε να σε βρούμε. Και μην ξεχάσεις να
φτιάξεις το ασύρματο»
«Καληνύχτα» είπε και έκλεισε δυνατά
την πόρτα.
Άκαρπες
μέρες
Το σπίτι
άρχισε να δείχνει επικίνδυνα μικρό. Οι επόμενες μέρες έβρισκαν τον Άγγελο ένα
κινούμενο ερείπιο. Τα βράδια έπινε συνέχεια μέχρι να λιποθυμήσει από το αλκοόλ
κι ας μην είχε πιει ποτέ πάνω από μία μπύρα στη ζωή του. Τα μάτια του πια είχαν
στερέψει από τα δάκρυα, όμως ακόμα έκλαιγε. Η Νεφέλη βρισκόταν στη ζωή του
μέχρι εκεί που μπορούσε να θυμηθεί. Παιδική φίλη, συμμαθήτρια, ο πρώτος έρωτας,
η γυναίκα της ζωής του. Μιας ζωής που έκανε όνειρα και φιλοδοξίες με βασικό
παράγοντα αυτήν. Ο μεγαλύτερος του φόβος ήταν να μείνει μόνος του. Ήταν κάτι
τόσο ξένο πλέον. Προσπαθούσε συνέχεια να μην σκέφτεται τα χειρότερα, αλλά πότε
το κατάφερε κανείς αυτό;
Οι μέρες
είχαν περάσει και ο ερευνητής Καραχάλης είχε μιλήσει με όλους όσους είχαν σχέση
με το ζευγάρι. Στενούς φίλους, συγγενείς, εργασιακό περιβάλλον, μαγαζιά που
σύχναζαν, οπουδήποτε είχαν πατήσει ποτέ το πόδι του ή είχαν πει μια κουβέντα.
Τίποτα. Η Νεφέλη είχε απλά εξαφανιστεί από προσώπου γης χωρίς κανένα ίχνος πίσω
της.
Ο Ηρακλής
έκανε συχνές επισκέψεις στο σπίτι του Άγγελου για υποστήριξη και για να του
φέρνει φαί. Προσπαθούσε να τον ηρεμήσει δίνοντάς του κουράγιο. Οι στιγμές ήταν
δύσκολες και το κατανοούσε απόλυτα. Αγαπούσε και αυτός την Νεφέλη πάρα πολύ.
Μάλιστα ήταν ερωτευμένος μαζί της στο λύκειο αλλά εκείνη την εποχή την είχε προλάβει
ο κολλητός του. Τον είχε αναστατώσει πολύ αυτό το γεγονός αλλά έχουν περάσει σχεδόν
δέκα χρόνια από τότε. Έχει παραμείνει στενός φίλος και των δυο, που μάλιστα
προοριζόταν και για κουμπάρος τους πριν τα τελευταία δυσάρεστα γεγονότα.
Μία από
αυτές τις μέρες που βρισκόταν στο σπίτι του Άγγελου κάποιος χτύπησε τη πόρτα.
Ήταν ο ερευνητής. Ο Ηρακλής αμέσως πετάγεται σχεδόν τρομαγμένος και του λέει:
«Εγώ καλύτερα να πηγαίνω. Να σας
αφήσω να τα πείτε με την ησυχία σας»
«Δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα να
βρίσκεσαι εδώ. Ίσα – ίσα που θα νιώθω καλύτερα» του απαντάει.
«Όχι – όχι, επιμένω. Θα είναι
καλύτερα να είστε οι δυο σας. Να θα φύγω και από την πίσω πόρτα της κουζίνας
για να μην ενοχλήσω. Λοιπόν φιλαράκι, ελπίζω να έχεις καλά νέα»
Πριν προλάβει να απαντήσει, ο
Ηρακλής του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και εξαφανίστηκε.
Ο χαμένος κρίκος
Ο Άγγελος
καλωσόρισε τον ερευνητή και του πρόσφερε μία πορτοκαλάδα. Είχαν περάσει τέσσερις
μέρες από την τελευταία του επίσκεψη και πίστευε ότι έχει να του πει πολλά.
Αρχίζοντας ο Μιχάλης είπε:
«Θέλω να ξέρεις ότι κάνουμε τα
πάντα για να βγάλουμε μία άκρη»
-σιωπή-
«Έχω μιλήσει με όλη τη στενή παρέα
της Νεφέλης. Με όλο το γραφείο που δούλευε. Με όλη την γειτονιά σας. Τον
φούρναρη, τον μπακάλη, το mini
market στη γωνία. Επισκέφτηκα το
γυμναστήριο της και επίσης τη σχολή στην οποία έκανε μαθήματα φωνητικής. Για να
μην στα πολυλογώ, έχω μιλήσει με όλους. Ακόμα και με άτομα που μπορεί να έχει
πει ένα απλό καλημέρα. Κανείς δεν έχε αντιληφθεί τίποτα περίεργο. Οι
περισσότεροι κιόλας την είχαν συναντήσει και την ημέρα πριν τις 8 Μαρτίου. Την ημέρα
που πήρες το πρώτο τηλέφωνο στην αστυνομία και αν δεν κάνω λάθος την ημέρα μετά
τα γενέθλια σου»
«Ακριβώς» απάντησε συγκαταβατικά ο Άγγελος.
«Έχουμε βάλει άτομα της ασφάλειας να κάνουν τον γύρω της γειτονιάς τρεις με
τέσσερις φορές την μέρα, μήπως και αντιληφθούν καμιά περίεργη κίνηση»
«Ναι»
«Τίποτα. Τα πάντα κυλούν
φυσιολογικά. Είναι σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Έχω να σου πω ότι είναι μία
από τις πιο δύσκολες υποθέσεις που έχω αναλάβει. Τα μόνα στοιχεία είναι δύο
ακαταλαβίστικα σημειώματα και ένα ζευγάρι γόβες χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα»
Η ώρα είχε περάσει και οι δύο άντρες ήταν
ακόμα καθισμένοι στις ίδιες θέσεις. Το ρολόι έδειχνε 11 το βράδυ.
«Νομίζω ήρθε η ώρα να φύγω και εγώ»
είπε ο ερευνητής.
«Ναι. Θα ήταν καλή στιγμή να κοιμηθώ, αν μπορέσω δηλαδή, γιατί αύριο έχει κανονίσει
ο Ηρακλής να πάμε μία βόλτα το πρωί. Για να βγω λίγο έξω από το σπίτι»
«Ο Ηρακλής;» ρωτάει έκπληκτα ο
Μιχάλης.
«Ναι, ο κολλητός μου»
«Μου δίνεις την διεύθυνσή του σε
παρακαλώ; Δεν ξέρω πως συνέβη αυτό αλλά νομίζω πως είναι ο μόνος που δεν έχω
μιλήσει ακόμα. Πως και δεν τον αναφέρατε ξανά σε κάποια άλλη μας συνάντηση;»
«Τι να σας πω. Είναι ο κολλητός μου
τα τελευταία είκοσι χρόνια και εξάλλου πίστευα ότι.. Δεν νομίζω να πηγαίνει το
μυαλό σας κάπου;»
Ο πληθυντικός είχε επανέλθει για
κάποιο περίεργο λόγο.
«Όχι, όχι. Αλλά καλό θα ήταν να
αναβάλλεται την συνάντησή σας για αύριο. Θα περάσω πρωί – πρωί από το σπίτι του
για να τα πούμε»
«Έγινε»
«Επίσης παρατήρησα ότι το ασύρματο
τηλέφωνο είναι ακόμα σπασμένο. Κατανοώ την κατάστασή σας αλλά μην το
αναβάλλεται άλλο. Μπορεί να έχουμε κανένα ενδιαφέρων τηλεφώνημα. Καλό σας
βράδυ»
Ο
μεγαλύτερος μας φόβος
Στις 7 το
πρωί και ενώ ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα τελείως, ο ερευνητής Μιχάλης ήταν ήδη
στην πόρτα του Ηρακλή. Χτύπησε τέσσερις φορές αλλά δεν άνοιξε κανείς. Αμέσως
πήρε τηλέφωνο στα κεντρικά για να βγάλουν ένταλμα έρευνας για το σπίτι και
ζήτησε ενισχύσεις. Μετά από είκοσι λεπτά, πέντε περιπολικά και δέκα αστυνομικοί
εμφανίστηκαν στη γειτονιά. Ένας από αυτούς έσπασε την πόρτα και όρμησαν μέσα.
Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν ανατριχιαστικό. Ο Ηρακλής μαχαιρωμένος σε 6 σημεία
με μια σκισμένη φωτογραφία στο ματωμένο στέρνο του. Ο ερευνητής σκύβει και την
σηκώνει. Αποθανατίζει τον νεκρό άνθρωπο που κείτεται μπροστά του να φιλάει ένα
άλλο στόμα, σε ένα μέρος που έμοιαζε για πάρκο. Δίνει εντολή να ψάξουνε όλο το
σπίτι προσεχτικά ενώ αυτός κατευθύνεται προς τον κήπο. Καθώς προσπαθεί να βάλει
τα γεγονότα σε μια σειρά βλέπει στην γωνία ένα φτυάρι καρφωμένο σε ένα σημείο
με μαλακό χώμα. Μια αστραπιαία σκέψη περνάει από το μυαλό του και αμέσως, πριν
καν ο ίδιος το καταλάβει, αρχίζει και σκάβει γρήγορα εκείνο το σημείο. Δεν
περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και βρίσκει το πτώμα της Νεφέλης. Καρφωμένη με μια
καρφίτσα στο στήθος της υπάρχει μια σκισμένη φωτογραφία. Είναι το πρόσωπο της ελαφρώς
σκυφτό με φόντο ένα πάρκο. Βγάζει το άλλο μισό της φωτογραφίας από την τσέπη
του και ενώνει τα δύο κομμάτια.
Με
αναμμένες τις σειρήνες, τα περιπολικά κατευθύνονται προς το σπίτι του Άγγελου. Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη και από
μέσα ακούγεται το τραγούδι “Πίσω δεν γυρνάω” των Active Member. Ο
ερευνητής Μιχάλης αυτή τη φορά μπαίνει πρώτος και αντικρίζει τον Άγγελο
κρεμασμένο από ένα σχοινί στη μέση του σαλονιού του. Όσο οι υπόλοιποι
προσπαθούσαν να τον κατεβάσουν παρατηρεί ότι τώρα το ασύρματο τηλέφωνο είναι
πια φτιαγμένο και στην θέση του, και ότι ανάβει το κόκκινο λαμπάκι του
τηλεφωνητή. Πατάει το play και ακούει
με την φωνή του Άγγελου:
«Όλοι νομίζουμε πως γνωρίζουμε τον μεγαλύτερό μας φόβο. Επιτρέψτε μου να
διαφωνήσω. Κανείς δεν τον γνωρίζει. Είναι ξένος για όλους τους ανθρώπους και
γίνεται γνωστός εκεί που δεν τον περιμένεις και όταν είναι πια αργά. Ο δικός
μου αποδείχθηκε ότι είναι, το να έρθει κάποιος στη ζωή σου και να σου κόψει το
νήμα της λογικής.»
Υπογραφή: Άτροπος